Η όλο και μεγαλύτερη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν αλλάζει μόνο την παραγωγή και τις επιχειρηματικές στρατηγικές, αλλά φαίνεται να αναδιαμορφώνει και τον ίδιο τον τρόπο που οι εταιρείες αντιμετωπίζουν το εργατικό τους δυναμικό.
Όλο και περισσότερες επιχειρήσεις, χρηματοδοτούν την «AI μετάβαση» μέσα από περικοπές σε μισθούς, παροχές και θέσεις εργασίας.
Η συζήτηση ξεκίνησε με περιπτώσεις όπως η εταιρεία Teradata, η οποία ενημέρωσε τους 5.100 εργαζομένους της πως δεν θα υπάρξουν ετήσιες αυξήσεις μισθών, καθώς ο προϋπολογισμός ανακατευθύνεται προς επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Όπως ανέφερε η διοίκηση, στόχος για το 2026 είναι η «πρωτιά στην αγορά μέσω της Τεχνητής Νοημοσύνης», κάτι που προϋποθέτει ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού εξειδικευμένου στην τεχνολογία, αλλά όχι απαραίτητα του υπάρχοντος προσωπικού.
Η χρηματοδότηση αυτής της στρατηγικής, σύμφωνα με το εσωτερικό σημείωμα, θα προέλθει από την ανακατανομή των κονδυλίων που κανονικά θα κατευθύνονταν σε ετήσιες μισθολογικές αυξήσεις.
Αν και οι εργαζόμενοι ενδέχεται να συνεχίσουν να λαμβάνουν μπόνους ή μετοχικά πακέτα, η βασική μισθολογική αύξηση παύει να θεωρείται δεδομένη σε αρκετές αγορές.
Παρόμοιες πρακτικές εμφανίζονται και σε άλλες εταιρείες. Η TTEC, για παράδειγμα, ανέστειλε τις εργοδοτικές εισφορές στα συνταξιοδοτικά προγράμματα των εργαζομένων της στις ΗΠΑ έως το τέλος του 2026, με στόχο να χρηματοδοτήσει τα εργαλεία και τις υποδομές της «AI μετάβασης».
Η ρητορική αυτή δεν είναι μεμονωμένη.
Όπως σημειώνει ειδικός στην εργασιακή πολιτική, η ευθύτητα με την οποία οι επιχειρήσεις δηλώνουν πως μειώνουν το κόστος όσον αφορά το ανθρώπινο δυναμικό για να επενδύσουν στην Τεχνητή Νοημοσύνη, αποτελεί μια σημαντική αλλαγή.
Ό,τι γίνεται δημόσια αποδεκτό, τείνει να γίνεται και πιο εύκολα εφαρμόσιμο.
Απολύσεις και «αποδοτικότητα μέσω AI»
Η μετάβαση αυτή συνοδεύεται και από κύμα απολύσεων.
Η εταιρεία Meta προχώρησε σε μείωση περίπου 10% του προσωπικού της τον Μάιο, συνδέοντας την κίνηση αυτή με την ανάγκη για μεγαλύτερη αποδοτικότητα και αναδιάρθρωση πόρων προς επενδύσεις.
Παράλληλα, άλλες μεγάλες εταιρείες όπως η Snap, η Cisco και η Salesforce έχουν επίσης προχωρήσει σε περικοπές θέσεων εργασίας, επικαλούμενες την αυξημένη αποδοτικότητα που φέρνει η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Ακόμη και η διοίκηση της Uber έχει αναφέρει πως θα χρηματοδοτήσει τις αυξημένες επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη μέσω της μη αύξησης του ανθρώπινου δυναμικού.
Την ίδια στιγμή, η Teradata έχει μειώσει το ανθρώπινο δυναμικό της κατά 21% από τον Δεκέμβριο του 2023. Μιλάμε δηλαδή για περίπου 1.400 θέσεις, οι οποίες κόπηκαν στο πλαίσιο της «αναπτυξιακής στρατηγικής».
Οι εργαζόμενοι ως «κόστος» και η νέα εταιρική λογική
Ειδικοί επισημαίνουν πως πολλές εταιρείες πιέζουν αδιάκοπα για αύξηση της παραγωγικότητας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Τεχνητή Νοημοσύνη παρουσιάζεται ως εργαλείο που επιτρέπει ταχύτερη επίτευξη των στόχων των εταιριών.
Όπως σημειώνεται, το κόστος της Τεχνητής Νοημοσύνης παραμένει σχετικά χαμηλό σε σύγκριση με τη συνολική μισθολογική δαπάνη των εταιρειών, γεγονός που καθιστά τους εργαζομένους τον πιο «εύκολο» στόχο για εξοικονόμηση πόρων.
Όπως επισημαίνεται από νομικό και ειδικό ως προς τα εργασιακά, το πρόβλημα που προκύπτει από την παραπάνω στρατηγική δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά και οργανωσιακό: Όταν οι επιχειρήσεις επενδύουν λιγότερο στους εργαζόμενους, υπονομεύουν την εμπιστοσύνη τους την ίδια στιγμή που τους ζητούν να συμβάλουν ενεργά στην υιοθέτηση των νέων τεχνολογιών.
«Η Τεχνητή Νοημοσύνη χρησιμοποιείται ως εργαλείο για να παρουσιαστεί μια γρήγορη αύξηση της παραγωγικότητας», σημειώνεται, όμως αυτό μπορεί να δημιουργήσει ένα εσωτερικό ρήγμα μέσα στις επιχειρήσεις.
Βραχυπρόθεσμη λογική και κοινωνικό κόστος
Ακαδημαϊκοί και οικονομολόγοι προειδοποιούν πως η τρέχουσα στρατηγική μπορεί να αντανακλά μια βραχυπρόθεσμη λογική.
Αν και οι επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη αυξάνονται διεθνώς, οι συνολικές δαπάνες παραμένουν σχετικά μικρό ποσοστό των εταιρικών εσόδων, γεγονός που σημαίνει πως οι περικοπές στους εργαζόμενους δεν αποτελούν αναγκαιότητα αλλά επιλογή κατανομής πόρων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, οι επιχειρήσεις αναμένεται να δαπανήσουν περίπου το 1,7% των εσόδων τους στην Τεχνητή Νοημοσύνη το 2026, ενώ το υπόλοιπο βάρος προσαρμογής μεταφέρεται συχνά στο εργατικό δυναμικό.
Ορισμένοι οικονομολόγοι χαρακτηρίζουν αυτή την προσέγγιση ενδεικτική μιας «βραχυπρόθεσμης νοοτροπίας», καθώς οι εταιρείες επιχειρούν να δείξουν άμεσα αποτελέσματα αποδοτικότητας.
Επενδύσεις δισεκατομμυρίων και διαφορετικές επιλογές χρηματοδότησης
Την ίδια στιγμή, μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες προχωρούν σε τεράστιες χρηματοδοτικές κινήσεις για την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Ενδεικτικά, η Alphabet σχεδιάζει να αντλήσει περίπου 80 δισεκατομμύρια δολάρια μέσω πώλησης μετοχών, προκειμένου να χρηματοδοτήσει τις επενδύσεις της σε υποδομές Τεχνητής Νοημοσύνης.
Ειδικοί επισημαίνουν πως οι εταιρείες έχουν πολλαπλές επιλογές χρηματοδότησης της μετάβασης: Δανεισμό, αναδιάρθρωση δαπανών, μείωση αποδοχών ανώτερων στελεχών, σταδιακές επενδύσεις ή ακόμη και προσωρινή αποδοχή χαμηλότερων περιθωρίων κέρδους.
Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, ο κλήρος πέφτει στις αμοιβές των εργαζομένων.
Οι εργαζόμενοι πληρώνουν τα σπασμένα
Το αποτέλεσμα αυτής της μετάβασης είναι μια σταδιακή αλλαγή στο εργασιακό τοπίο. Οι εταιρείες επενδύουν μαζικά στην Τεχνητή Νοημοσύνη όσο οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν στασιμότητα μισθών, μειώσεις παροχών και αυξημένη ανασφάλεια.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να ήρθε πολλά υποσχόμενη στις ζωές μας, όμως στα χέρια των εργοδοτών μετατρέπεται σε ένα εργαλείο χρήσιμο μόνο ως προς την αύξηση της παραγωγικότητας και την άντληση υπεραξίας σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι καλούνται να πληρώσουν απ’ την τσέπη τους τα σπασμένα της «AI μετάβασης».
