Δίκη Βασίλη Μάγγου: «Τον είδα υποβασταζόμενο – Υπέρτατη και αδικαιολόγητη η βία»

Συνεχίστηκε σήμερα (05/06) με καταθέσεις μαρτύρων η δίκη για τη δολοφονία του Βασίλη Μάγγου στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καρδίτσας.

Βασίλης Μάγγος SOOC
05.06.2026
Διαβάζεται σε 6'
Προσθέστε το Rosa.gr ως προτιμώμενη πηγή στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.

Προσθήκη του Rosa.gr στην Google

Συνεχίστηκε σήμερα (05/06) με καταθέσεις μαρτύρων η δίκη για τη δολοφονία του Βασίλη Μάγγου στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καρδίτσας.

Κατά την έναρξη, ένας εκ των συνηγόρων υπεράσπισης των έξι αστυνομικών που βασάνισαν τον Βασίλη, παραδέχθηκε δημόσια πως υπέπεσε σε σφάλμα. Κατά την προηγούμενη κατάθεση μητέρας του θύματος, της είχε παρουσιάσει μια κατάθεση υποστηρίζοντας πως η ίδια δήλωνε ότι δεν είχε ξαναδεί τον γιο της μετά το περιστατικό του ξυλοδαρμού. Παρά την επιμονή του δικηγόρου, η μητέρα είχε απαντήσει πως τον έβλεπε καθημερινά.

Σύμφωνα με την ΕΡΤ, της παραδοχής αυτής είχε προηγηθεί δημόσια παρέμβαση του πατέρα, Γιάννη Μάγγου, ο οποίος κατήγγειλε προσπάθεια παραπλάνησης και λαθροχειρίας. Ο συνήγορος, αφού αναγνώρισε το λάθος του, ζήτησε συγγνώμη από τη μητέρα και το δικαστήριο, ξεκαθαρίζοντας πως δεν είχε σκοπό να παραπλανήσει τους δικαστές. Σημειώνεται πως την προηγούμενη ημέρα η μητέρα είχε ζητήσει επίμονα τον λόγο, ενώ ο Γιάννης Μάγγος αποχώρησε από την αίθουσα καταγγέλλοντας την τακτική της υπεράσπισης.

Στο βήμα του μάρτυρα ανέβηκε στη συνέχεια ένας δικηγόρος από τον Βόλο, ο οποίος ήταν παρόντας στα γεγονότα έξω από το δικαστικό μέγαρο της πόλης.

«Η βία ήταν υπέρτατη και αδικαιολόγητη»

Ο νομικός κατέθεσε ότι αποχωρώντας από τα δικαστήρια στις 12/6/2020, παρατήρησε ισχυρές δυνάμεις των ΜΑΤ και συγκεντρωμένους πολίτες που διαμαρτύρονταν για τις συλλήψεις της προηγούμενης ημέρας. Όπως περιέγραψε, είδε τον Βασίλη Μάγγο να πλησιάζει εκφράζοντας τη διαμαρτυρία του προς το περιπολικό όπου βρισκόταν ένας κρατούμενος. Εκείνη τη στιγμή, ένας από τους κατηγορούμενους αστυνομικούς τον υπέδειξε στους συναδέλφους του, οι οποίοι επιτέθηκαν μαζικά πάνω του, γεγονός που προκάλεσε σοκ στον μάρτυρα.

Ο δικηγόρος εξήγησε πως ζήτησε το οπτικό υλικό από έναν νεαρό που κατέγραφε τη σκηνή και προχώρησε σε ανάρτηση, καθώς η κατάσταση του θύμισε ευθέως τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά:

«Αν έχει κάνει κάτι έχεις το περιθώριο να τον συλλάβεις, αλλά να τον χτυπήσεις; Η βία ήταν υπέρτατη και αδικαιολόγητη»

Συμπλήρωσε, μάλιστα, πως δεν είχε καμία πρότερη γνωριμία με τον νεαρό.

Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, ο μάρτυρας ξεκαθάρισε ότι ο Μάγγος δεν άσκησε σωματική βία ούτε άγγιξε κάποιον ένστολο, αλλά αντιθέτως έκανε πίσω μόνος του προτού δεχθεί την επίθεση με τα γκλομπ. Λόγω και της σωματικής του διάπλασης, απέκλεισε το ενδεχόμενο να είχε επιθετική συμπεριφορά ή να προσπαθούσε να ξεσηκώσει το πλήθος, το οποίο άρχισε να αποδοκιμάζει έντονα τους αστυνομικούς μετά τον ξυλοδαρμό.

«Ακόμα και οι ταξιτζήδες που ήταν εκεί στη δουλειά τους αντέδρασαν», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Σε άλλο σημείο, περιέγραψε τους άνδρες των ΜΑΤ «σα να είναι ντοπαρισμένοι, σα να περίμεναν να εκτονωθούν», υπογραμμίζοντας ότι ο Βασίλης Μάγγος απλώς αμυνόταν προσπαθώντας να προστατευτεί. Κατόπιν, τον μετέφεραν με τη βία στο περιπολικό, καθώς ο ίδιος αδυνατούσε να περπατήσει, με τον μάρτυρα να χαρακτηρίζει τη μέθοδο προσαγωγής εντελώς ακατάλληλη. Κλείνοντας, ανέφερε πως γνώρισε την οικογένεια αργότερα, ότι θα κατέθετε ακόμα και χωρίς κλήτευση, ενώ τόνισε πως βασική υποχρέωση της αστυνομίας είναι να «μην ανοίγει ρουθούνι».

Όταν ρωτήθηκε αν θεωρεί λογικό οι αστυνομικοί να προχωρήσουν σε έκνομες ενέργειες σε έναν τόσο ορατό χώρο, όπως ο διάδρομος μπροστά από το γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας, ο μάρτυρας απάντησε πως αυτό θα μπορούσε να συμβεί αν υπήρχε προσυνεννόηση, συναίνεση ή ανοχή από την πλευρά του αξιωματικού.

Η μαρτυρία της πρώην φοιτήτριας

Στη συνέχεια, το δικαστήριο άκουσε την κατάθεση μιας γυναίκας που σπούδαζε τότε στον Βόλο. Η ίδια είχε βρεθεί έξω από το αστυνομικό μέγαρο για να αφήσει προμήθειες σε έναν κρατούμενο από την πορεία της προηγούμενης μέρας, στην οποία είχε συμμετάσχει ως απλή πολίτης ενάντια στην καύση σκουπιδιών. Δήλωσε πως δεν γνώριζε τον Βασίλη Μάγγο και ότι βρισκόταν στα δικαστήρια για συμπαράσταση.

Η μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι είδε έναν ένστολο να στοχοποιεί τον Μάγγο και αμέσως μετά αστυνομικούς να τον χτυπούν με κλωτσιές. Όταν η ίδια αντέδρασε ρωτώντας τους «τι κάνετε;», δέχθηκε απωθήσεις και χυδαία φραστική επίθεση από αστυνομικό, προτού δει τον νεαρό να δένεται με χειροπέδες. Χαρακτήρισε το συμβάν εξαιρετικά βίαιο.

Αναφερόμενη στα όσα ακολούθησαν, εξήγησε πως μια φίλη της πήγε πεζή στο τμήμα και λίγο μετά τις τηλεφώνησε σε κατάσταση σοκ, λέγοντας πως βρήκε τον Βασίλη έξω από το κτίριο σε άθλια κατάσταση και ότι έπρεπε να τον παραλάβουν με το αυτοκίνητο καθώς δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του. Όταν τον επιβίμασαν στο όχημα, ο νεαρός κρατούσε την κοιλιά του, βογκούσε από τους πόνους και τους περιέγραψε τα όσα υπέστη στην Ασφάλεια. Τους είπε ότι του ακινητοποίησαν τα χέρια, ότι τον χτυπούσαν άγρια –κυρίως ένας συγκεκριμένος αστυνομικός– σε βαθμό που ένιωθε ότι τον χτυπούν με ξύλο και όχι με γκλομπ, ενώ παράλληλα τον εξύβριζαν και του αρνούνταν ακόμα και το νερό.

Σύμφωνα με τη μάρτυρα, ο Βασίλης άκουσε δύο αστυνομικούς να συζητούν αν θα έπρεπε να τον αφήσουν ελεύθερο φορτώνοντάς του την κατηγορία της απόδρασης ή αν έπρεπε να μεταφερθεί στο νοσοκομείο, με τον έναν να απαντά πως στην κατάσταση που τον είχαν καταντήσει, καμία από τις δύο επιλογές δεν ήταν εφικτή.

Σε επίμονες ερωτήσεις για τον λόγο που δεν τον μετέφεραν αμέσως σε νοσοκομείο, η μάρτυρας ξεκαθάρισε ότι του το πρότειναν αμέσως, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε επίμονα, ζητώντας να πάει στους δικούς του για να νιώσει ασφαλής.

«Σεβαστήκαμε τα «θέλω» ενός ανθρώπου που πονούσε, να είναι με τους δικούς του ανθρώπους», απάντησε, όταν ένας συνήγορος τη ρώτησε ειρωνικά αν θα ήταν και η ίδια κατηγορούμενη σε περίπτωση που ο νεαρός κατέληγε μέσα στο αμάξι τους.

Η μάρτυρας υπογράμμισε ότι ο Βασίλης είχε πλήρη πνευματική διαύγεια και μιλούσε καθαρά, παρά τους φρικτούς σωματικούς πόνους. Θυμήθηκε επίσης ότι τους μετέφερε τη φράση των αστυνομικών που τον χλεύαζαν μέσα στο τμήμα, λέγοντάς του:

«Ένα-δυο πλευρά δε θα σου λείψουν, τόσα έχεις».

Κατά την εξέτασή της από τους δικηγόρους της υπεράσπισης, δέχθηκε ερωτήσεις για το αν το υπόμνημά της ήταν δικό της ή προδιαγεγραμμένο, με την ίδια να δηλώνει πως δεν θυμάται τις λεπτομέρειες της σύνταξης. Οι συνήγοροι της υπέδειξαν αντιφάσεις ανάμεσα στο υπόμνημα και την κατάθεση που είχε δώσει στο Α.Τ. Χανίων, εστιάζοντας στο αν είδε τη φίλη της να επιστρέφει ή αν έλαβε τηλεφώνημα. Η μάρτυρας απέκλεισε το ενδεχόμενο να την είδε να έρχεται.

Η ένταση χτύπησε κόκκινο όταν ο πατέρας του θύματος, Γιάννης Μάγγος, παρενέβη από το ακροατήριο ζητώντας από δικηγόρο «κάντε ερώτηση…». Αυτό προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του συνηγόρου, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι δεν δέχεται υποδείξεις, ενώ άλλος συνήγορος υπεράσπισης άφησε αιχμές για το αν η δίκη διεξάγεται με “η δίκη γίνεται με υποκρυπτόμενη υποστήριξη κατηγορίας“.

Η ακροαματική διαδικασία αναμένεται να συνεχιστεί στις 20 και 27 Ιουνίου.