Για χρόνια, η Ευρώπη αντιμετώπιζε την ανισότητα των φύλων και την έμφυλη βία ως ηθικά ζητήματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν ποτέ προτεραιότητα της ευρωπαϊκής ατζέντας. Ωστόσο, οι κοινωνικές εξελίξεις κατέστησαν πλέον αδύνατο στην ΕΕ να παραμείνει με σταυρωμένα τα χέρια απέναντι σε αυτά τα ζητήματα.
Χαρακτηριστικά, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε μόλις πρόσφατα τη δυνατότητα εξ αποστάσεως ψήφου για ευρωβουλεύτριες κατά την περίοδο της γέννας – μια απόφαση που ήρθε τη στιγμή που η γυναικεία εκπροσώπηση μειώθηκε στο 38,5% των νέων ευρωβουλευτών, από 39,8%, αναφέρει το ειδησεογραφικό μέσο Euractiv σε σχετικό δημοσίευμα.
Πολλοί οικονομολόγοι τονίζουν πλέον ότι η ισότητα των φύλων δεν αποτελεί μόνο θέμα αξιών, αλλά συνιστά και οικονομικό ζήτημα, το οποίο κοστίζει στην Ευρώπη εκατοντάδες δισεκατομμύρια σε χαμένη παραγωγικότητα, φορολογικά έσοδα και αναπτυξιακό δυναμικό, επειδή οι γυναίκες δεν είναι ασφαλείς, δεν εκπροσωπούνται επαρκώς και δεν αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι οικονομικοί παράγοντες.
Η έμφυλη βία σε αριθμούς
Μία έρευνα για την έμφυλη βία στην ΕΕ της Eurostat για το 2024 – μια πρωτοποριακή μελέτη της Eurostat, του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (FRA) και του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων (EIGE)– δείχνει ότι μία στις τρεις γυναίκες έχει υποστεί σωματική βία, απειλές ή σεξουαλική βία από τα 15 της χρόνια και μετά.
Συγκεκριμένα:
- 17% αναφέρουν ότι έχουν υποστεί σεξουαλική βία,
- 32% έχουν υποστεί ψυχολογική κακοποίηση από σύντροφο,
- 13,6% δηλώνουν ότι έχουν πέσει θύματα καταδίωξης (stalking).
Οι χώροι εργασίας δεν αποτελούν εξαίρεση. Σύμφωνα με την έρευνα, 30,8% των γυναικών λένε ότι έχουν δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση στη δουλειά – ποσοστό που εκτοξεύεται στο 41,6% για γυναίκες ηλικίας 18–29 ετών.
Οι σκανδιναβικές χώρες καταγράφουν σταθερά τα υψηλότερα ποσοστά έμφυλης βίας λόγω φύλου στην ΕΕ – πάνω από 55% σε Σουηδία και Φινλανδία – παρά τις προοδευτικές πολιτικές ισότητας.
Το «σκανδιναβικό παράδοξο»
Η διευθύντρια του EIGE, Καρλίν Σχέλε, εξηγεί ότι το λεγόμενο «σκανδιναβικό παράδοξο» δεν σημαίνει ότι η βία είναι συχνότερη, αλλά ότι οι γυναίκες σε αυτές τις χώρες εμπιστεύονται περισσότερο τους θεσμούς και αναφέρουν συχνότερα τα περιστατικά.
Το πραγματικό πρόβλημα της Ευρώπης, προειδοποιεί, είναι η έλλειψη αξιόπιστων δεδομένων.

Οι χώρες της ΕΕ δεν αντιμετωπίζουν με την ίδια βαρύτητα τη γυναικοκτονία, την ψηφιακή κακοποίηση κατά των γυναικών και τη βία που υπόκεινται οι γυναίκες από τους συντρόφους τους.
Χωρίς εναρμονισμένα δεδομένα, το EIGE υποστηρίζει ότι η ΕΕ προσπαθεί να διαμορφώσει πολιτικές χωρίς να έχει ξεκάθαρη εικόνα της πραγματικότητας.
Η οικονομική διάσταση της ανισότητας
Η οικονομική ζημιά ξεκινά νωρίς και πολλαπλασιάζεται με τον χρόνο.
Οι γυναίκες στην ΕΕ κερδίζουν κατά μέσο όρο 12% λιγότερα ανά ώρα από τους άνδρες. Όταν περιλαμβάνονται η απασχόληση και η μερική εργασία, το μισθολογικό χάσμα εκτοξεύεται στο 36,7%.
Αυτό μεταφράζεται σε λιγότερες ώρες εργασίας, χαμηλότερα εισοδήματα σε όλη τη διάρκεια της ζωής, μειωμένες φορολογικές εισφορές και χαμηλότερη κατανάλωση. Στη σύνταξη, οι γυναίκες λαμβάνουν κατά μέσο όρο 28,3% λιγότερα από τους άνδρες.
Η βία επιδεινώνει ακόμη περισσότερο την οικονομική πληγή. Το EIGE υπολογίζει ότι η έμφυλη βία κοστίζει στην ΕΕ 366 δισ. ευρώ τον χρόνο, με τη βία κατά των γυναικών να αντιστοιχεί σε 289 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 79% του συνόλου.
Το μεγαλύτερο μέρος των απωλειών προέρχεται από μειωμένη παραγωγικότητα: χαμένες εργάσιμες ημέρες, περιορισμένες ώρες, μακροχρόνια ψυχολογικά τραύματα και πρόωρη αποχώρηση από την εργασία.
Για πολλές γυναίκες, η σχέση μεταξύ βίας και φτώχειας είναι άμεση: όσες έχουν λιγότερους πόρους δυσκολεύονται να φύγουν από έναν κακοποιητικό σύντροφο, ενώ όσες φεύγουν συχνά οδηγούνται σε επισφαλείς δουλειές ή παρατεταμένη οικονομική αστάθεια.
Σε όλα αυτά προστίθεται και το χρόνιο έλλειμμα φροντίδας στην Ευρώπη. Οι γυναίκες παρέχουν κατά μέσο όρο 20 περισσότερες ώρες μη αμειβόμενης φροντίδας την εβδομάδα και είναι τρεις φορές πιο πιθανό να εργάζονται μερικώς (29% έναντι 8%). Το αποτέλεσμα είναι ακόμη ένα πλήγμα στην παραγωγικότητα της ΕΕ.
Το EIGE υπολογίζει ότι η βελτίωση της ισότητας των φύλων θα μπορούσε να αυξήσει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της ΕΕ κατά 6,1% έως 9,6% έως το 2050, δηλαδή κατά 1,95 έως 3,15 τρισ. ευρώ – ποσό ισοδύναμο με μια ολόκληρη οικονομία μεγαλύτερη από αυτή της Ισπανίας.
Πρόοδος, αλλά με αργό ρυθμό
Παρά τις αντιξοότητες, η ΕΕ ενέκρινε το 2024 την πρώτη της οδηγία για τη βία κατά των γυναικών, η οποία ποινικοποιεί τον αναγκαστικό γάμο, τον ακρωτηριασμό γεννητικών οργάνων (FGM) και συγκεκριμένες μορφές κυβερνο-βίας.
Η οδηγία, που περιλαμβάνει και ισχυρότερη έμφαση στη συναίνεση σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του ΠΟΥ, δεν αγγίζει ζητήματα όπως η άμβλωση, η πορνεία ή οι νομικοί ορισμοί του βιασμού, λόγω διαφωνιών μεταξύ των κρατών-μελών.
Παρά τις αδυναμίες, η Σχέλε χαρακτήρισε την οδηγία «αριστούργημα», δεδομένων των πολιτικών περιορισμών.
Η βία, η οικονομική ανισότητα και η έλλειψη γυναικών σε θέσεις εξουσίας δεν αποτελούν ξεχωριστά προβλήματα, αλλά αντίθετα συνδέονται με μία σχέση αλληλοεξάρτησης.
Και έως ότου οι ευρωπαϊκοί θεσμοί αντιμετωπίσουν την ισότητα των φύλων με την πολιτική σοβαρότητα που τους αρμόζει, η ΕΕ θα συνεχίσει να χάνει δισεκατομμύρια, ενώ οι γυναίκες θα συνεχίσουν να πληρώνουν το μεγαλύτερο τίμημα.
