Όχι άλλο «καλές και χαριτωμένες»: 6 γυναίκες μιλούν για την επανάσταση του να είσαι όπως εσύ θέλεις

Τι σημαίνει να είσαι «καλή γυναίκα» στην πατριαρχική κοινωνία και γιατί μπορεί μια γυναίκα να μην θέλει να είναι;

27.12.2025 | 11:01
Διαβάζεται σε 13'
Προσθέστε το Rosa.gr ως προτιμώμενη πηγή στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.

Προσθήκη του Rosa.gr στην Google

Κάποτε διαβολικές μάγισσες που άξιζαν να καούν στην πυρά, άλλοτε ιερές, θεϊκές οντότητες.  Τη μια στιγμή πόρνες, επικίνδυνες femme fatale, την άλλη μητρικά σύμβολα αγνότητας. Κάπου εμφανίζονται ως αρχηγικές φιγούρες, αλλού εμφανίζονται υπάκουες, σεβαστικές. Σε κάθε, όμως, συνθήκη, οι γυναίκες έπρεπε να γνωρίζουν τη θέση τους σε μια ιστορία που συνήθως οι άνδρες έφτιαχναν για εκείνες.

Η ιστορία της έμφυλης καταπίεσης των γυναικών είναι μια ιστορία που κρατά πολύ. Ήταν εδώ, είναι εδώ, και, όπως φαίνεται, θα είναι εδώ. Κάτι, όμως, που μένει αναλλοίωτο στον χρόνο, είναι αυτό που η φεμινίστρια ακαδημαϊκός Mary Celeste Kearney περιγράφει ως «διπλή υποταγή», εξαιτίας, από τη μία της έμφυλης καταπίεσης, και, από την άλλη, των κοινωνικών προσδοκιών που καλούνται διαχρονικά να εκπληρώσουν οι γυναίκες. 

Το ερώτημα «τι σημαίνει να είσαι καλή γυναίκα», το οποίο έχει στο κέντρο του αυτή τη «διπλή υποταγή», είναι τυπικά εύκολο να απαντηθεί. Το περίπλοκο κομμάτι είναι να «ξεμπλεχτεί» αυτό του κουβάρι του κοινού βιώματος των γυναικών, το οποίο σε κάθε εκατοστό του κουβαλάει ατόφια την πλοκή της έμφυλης καταπίεσης. 

EPA/Alonso Cupul

Ένα τέτοιο κουβάρι κρατούν στα χέρια τους οι γυναίκες κάθε εποχής, με άλλον τρόπο, σε ιστορικά διαφορετικές συνθήκες. Το κρατούν χώρια, αλλά και ταυτόχρονα. Μοιάζει σαν ένας αόρατος τρόπος να ξέρεις πως εκείνη που κάθεται δίπλα σου στο λεωφορείο, έχει ένα βίωμα παρόμοιο με το δικό σου, με της συναδέλφου σου και πάει λέγοντας. 

Το «κουβάρι» της «καλής γυναίκας»

Θέλει προσπάθεια να ξεμπλεχτεί αυτό το κουβάρι, γιατί η πατριαρχία συχνά επιβάλλει τη σιωπή και τη συμμόρφωση. Πάντως, ίσως η αρχή να γίνεται κάθε φορά που οι γυναίκες λένε τη δική τους ιστορία, ή όταν στην καθημερινότητά τους παίρνουν στα χέρια τους τη δική τους αφήγηση, χαμηλόφωνα ή βροντερά, στο σπίτι τους ή στην πορεία, στη δουλειά τους ή στον δρόμο και από εκεί σε κάθε γωνιά του κόσμου.

Η ROSA μίλησε με έξι cis γυναίκες διάφορων ηλικιών, ζητώντας τους να δώσουν μια απάντηση σε αυτό το φαινομενικά απλό ερώτημα: «Τι σημαίνει να είσαι “καλή γυναίκα” και γιατί δεν θέλεις να είσαι;». Οι γυναίκες αυτές την «καλή γυναίκα» τη μεταφράζουν με τον δικό τους τρόπο, ανάλογα με τις αναπαραστάσεις, τα προσωπικά τους βιώματα και στάσεις. Κάποιες την απορρίπτουν και αντιστέκονται, άλλες επιθυμούν να είναι «καλές γυναίκες», δίνοντας, όμως, τη δική τους ερμηνεία στον ορισμό. Όλες, όμως, αναγνωρίζουν την καταπίεση, το πατριαρχικό βάρος της προσδοκίας σε έναν κόσμο που προσπαθεί να ορίσει τις γυναίκες, χωρίς τις γυναίκες. 

Η Μ., 50, δεν ξέρει πώς είναι να είσαι «καλή γυναίκα»

Αρχικά ρωτήσαμε την Μ., 50 ετών, μαία. Η πρώτη, σχεδόν αντανακλαστική της απάντηση, ήταν πως «καλή γυναίκα σημαίνει να είσαι το στήριγμα, το “ανακουφιστήρι” όλων όσων σε περιτριγυρίζουν. Άλλοι το εκμεταλλεύονται λιγότερο, άλλοι περισσότερο». 

Η Μ. είναι η πρώτη που παρατηρεί στην απάντησή της το διαγενεακό στοιχείο, ως κάτι που είχαν οι προηγούμενες από εσένα και κάπως «βιολογικά» και αυτόματα έπρεπε να έχεις κι εσύ: «Το να είσαι καλή γυναίκα είναι και κάτι που μοιάζει σαν να το έχεις από τη γέννησή σου, σαν ένστικτο, όπως το περιγράφουν κάποιοι. Έτσι σου δημιουργείται αυτή η συνθήκη στη ζωή αργά-αργά. Είναι σαν να θες πιο εύκολα να ικανοποιήσεις τις ανάγκες του άλλου, νιώθεις πως έχεις αυτή την υποχρέωση. Όταν φτάνεις να το καταλάβεις, ίσως νιώσεις πως είναι αργά, γιατί δεν μπορείς να ξε-μάθεις όλους αυτούς που τόσο καιρό έχεις μάθει έτσι. Και αν το κάνεις, σου λένε ότι άλλαξες».

Μέσα στην πατριαρχία και ενώ προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην εκπλήρωση των προσδοκιών και των στερεοτύπων που θα τις χαρακτηρίσουν «καλές», οι γυναίκες βρίσκουν τον δικό τους τρόπο αποσυμπίεσης. Ακούστε, λοιπόν, τι κάνει η Μ.: «Να σου πω κάτι; Θα σου πω πως εγώ προσωπικά λειτουργώ με βαλβίδα εκτόνωσης για να επιβιώσω. Όταν αρχίσει αυτή η βαλβίδα την εκτόνωση, θα κάνω αυτό που με ευχαριστεί. Δεν διαρκεί πολύ, αλλά θα το χορτάσω».

Με τούτα και με ‘κείνα, η Μ. συνειδητοποιεί πάνω στη συζήτηση πως ίσως «αν δεν ήθελες να είσαι “καλή γυναίκα”, τότε δεν θα ήσουν». Βέβαια, εκείνη μας εκμυστηρεύεται: «Εγώ δεν ξέρω πώς να είμαι “καλή γυναίκα” μέσα στην κλειστή σφαίρα του νοικοκυριού». Γιατί, ρωτάμε τη Μ. και μας απαντά απλά: «Το σπίτι μου δεν το βλέπω πολύ, δουλεύω. Το να κλείνω το στόμα μου και να μη μιλάω όταν “δεν πρέπει” δεν το νιώθω γιατί μιλάω όποτε θέλω και όπου θέλω. Με βάση, δηλαδή, το στερεότυπο “η καλή γυναίκα που βλέπει το σπίτι και τα παιδιά της, δεν μιλάει πολύ, είναι ήσυχη και κοιτάει τη δουλειά της”, που λέμε, εγώ δεν είμαι “καλή γυναίκα”. Δεν ξέρω, δηλαδή, πώς είναι να είσαι αυτό».

H Λ., 63, είναι της γενιάς που «κοντραρίστηκε για πρώτη φορά με τους συνομηλίκους»

Η Λ., 63, εκπαιδευτικός είναι η δεύτερη γυναίκα με την οποία μιλήσαμε και ήξερε πολύ καλά για τι πράγμα μιλούσε όταν περιέγραφε την «καλή γυναίκα» που καλείται να ενσαρκώσει. «Είναι αυτή που τα οργανώνει όλα τέλεια στο σπίτι, καθαρίζει, μαγειρεύει, έχει τον έλεγχο του σπιτιού, τα ρούχα του άντρα της, τα πάντα». Είναι, επίσης, η πρώτη που θέτει επί τάπητος τον παράγοντα της εξωτερικής εμφάνισης και της επαγγελματικής καταξίωσης. Όπως το βιώνει η Λ., «εννοείται έχει πτυχίο, δουλεύει κιόλας, έχει μια γνώση των πάντων, την αυτοπεποίθηση ότι όλα εγώ τα κοντρολάρω: τι ώρα θα γυρίσουν τα παιδιά μου σπίτι, τι κάνουν στις σπουδές τους, στις προσωπικές τους ζωές. Παραμένει αδύνατη, φιτ και βρίσκει κάπως μαγικά χρόνο για γυμναστήριο».

Η απάντηση της Λ. στην ερώτηση «γιατί δεν θες να είσαι καλή γυναίκα», είναι καταιγιστική, καθώς «κουβαλάει» ένα χαρακτηριστικό της γενιάς της που, όπως λέει, είναι εκείνη που «κοντραρίστηκε για πρώτη φορά με τους άνδρες της ηλικίας μας, που είχαν γαλουχηθεί με διαφορετικό τρόπο από την οικογένεια τους, που περίμεναν από μας να είμαστε σαν τις μητέρες τους». Ανήκει στη γενιά εκείνη που περισσότερο από τις μητέρες τους «δουλέψαμε, σπουδάσαμε, δεν μας θρέφει ο άνδρας μας». 

«Από τους γονείς μας υπήρχε περισσότερο η απαίτηση να σπουδάσουμε. Ξαφνικά καταλάβαμε ότι η κοινωνία είναι φτιαγμένη για άντρες, νιώσαμε τη πατριαρχία στο πετσί μας, δεχτήκαμε τρελό σεξισμό σε δουλειές. Καταλάβαμε ότι  δεν είναι στο γονίδιο μας να φροντίζουμε τη σκόνη στο σπίτι, αλλά ότι μας αξίζουν καλύτερα πράγματα», περιγράφει η Λ.

Μέσω της ROSA και με μια δόση χιούμορ, η Λ. αφήνει και «αιχμές» στα παιδιά της, τα οποία «αν και είναι στη νέα γενιά», έχουν την απαίτηση από εκείνη «να είναι πιο σωστή νοικοκυρά». «Αλλά εμένα δεν ιδρώνει το αυτί μου», τα λόγια της.

Η Μ., 30, δεν θέλει να χωρέσει σε ένα καλούπι που δεν έφτιαξε αυτή

Η Μ., 30, βοηθός οδοντιάτρου, όταν μιλήσαμε μας περιέγραψε κάτι που θυμίζει μια γυναίκα «δούλα και κυρά» τόσο ατσαλάκωτη, που θα μπορούσε να είναι τοποθετημένη σε μια κορνίζα για να την κοιτά η πατριαρχία αυτοπροσώπως, να τη θαυμάζει και να χαίρεται.

Αυτή η γυναίκα είναι «μονίμως χαρούμενη, ευγενική, περιποιημένη αλλά όχι υπερβολικά, θηλυκή αλλά όχι “προκλητική. Είναι δυναμική, επιτυχημένη, αλλά ποτέ δεν ξεπερνά τον άνδρα της. Μαγειρεύει, καθαρίζει, είναι καλή μαμά, φροντίζει την οικογένεια και το σπίτι. Δεν φέρνει αντιρρήσεις και πρακτικά είναι ένα πολυεργαλείο με 5 χέρια και 5 πόδια».

Η «καλή γυναίκα» που μας περιέγραψε η Μ., για να εκπληρώσει τις ανάγκες των γύρω της, όπως της επιβάλλει η πατριαρχία, «κλέβει» χώρο από τον ίδιο της τον εαυτό. «Λέει ναι σε όλα, ακόμα και όταν μέσα της φωνάζει όχι» και ενώ τα κάνει όλα αυτά και κερδίζει μια θέση στην «κορνίζα», δεν μπορεί ποτέ «να ζητήσει λίγο χρόνο για τον εαυτό της γιατί ίσως χαρακτηριστεί “δύσκολη”».

Δεν είναι πως η Μ. δεν θέλει να είναι «καλή γυναίκα», όμως «ο ορισμός της απαιτεί να σιωπώ, να μικραίνω. Να βάζω τον εαυτό μου στην άκρη για να χωρέσω σε ένα καλούπι που δεν έφτιαξα εγώ». «Ευτυχώς όμως κατάλαβα ότι το να είσαι καλή γυναίκα με αυτούς τους όρους δεν είναι τίτλος τιμής αλλά δουλειά πλήρους απασχόλησης χωρίς μισθό, ρεπό ή εκτίμηση. Και λέω “όχι ευχαριστώ”, προτιμώ να είμαι καλός και ευτυχισμένος άνθρωπος», θα μας πει η Μ.

Η Μ., 25, και η αντίσταση στην «καλή γυναίκα»

Η Μ., 25, δημοσιογράφος, είναι εκείνη που έθεσε ξεκάθαρα το αίτημα για ανατροπή και αντίσταση, αφού όπως είπε στην κουβέντα μας, στα δικά της αυτιά η φράση «καλή γυναίκα» δεν έχει ποτέ ακουστεί σαν κομπλιμέντο. Αυτό γιατί «είναι ένα φορτίο κοινωνικών κανόνων που μας λέει πώς να φερόμαστε, τι να επιθυμούμε, πότε να μιλάμε και πότε να σωπαίνουμε, μας μαθαίνει να μην ενοχλούμε, να μην θυμώνουμε πολύ, να είμαστε πάντα διαθέσιμες για τους άλλους».

Η Μ., παρατηρεί πως η έννοια αυτή «δεν αφορά την ηθική ή την αξία μιας γυναίκας, αλλά την προσαρμογή της σε έναν ανδροκεντρικό κόσμο που την αξιολογεί βάσει της ικανότητάς της να υπηρετεί τους άλλους», αφού μαθαίνει στις γυναίκες «να προσαρμόζονται, να μην διαταράσσουν την ηρεμία των ανδρών, να θυσιάζουν τις ανάγκες τους για να εξυπηρετήσουν άλλους».

«Στην πραγματικότητα, αυτή η “καλοσύνη” είναι ένας τρόπος να ελέγχουν τις γυναίκες, να τις περιορίζουν μέσα σε πατριαρχικές δομές που συνεχίζουν να καθορίζουν την αξία μας και τη θέση μας στον κόσμο», παρατηρεί η Μ. Και το λέει ξεκάθαρα; «Δεν θέλω να είμαι “καλή γυναίκα”». Θέλει όμως, να ζήσει χωρίς να την κρίνουν για το πώς συμμορφώνεται στις προσδοκίες των άλλων, να μην αναγκάζεται να χωράει σε στερεότυπα που τη μειώνουν.

Η ίδια καταλήγει τοποθετώντας το αίτημα της αντίστασης στην υλική του διάσταση: «Το να είμαι γυναίκα δεν σημαίνει ότι πρέπει να είμαι “καλή”. Σημαίνει ότι μπορώ να υπάρχω, να μιλάω, να αντιδρώ και να διεκδικώ χώρο στον κόσμο χωρίς να ζητώ άδεια για αυτό. Θέλω να βάζω όρια, να λέω όχι χωρίς ενοχές και να κυνηγάω ό,τι με γεμίζει, χωρίς να προσαρμόζομαι στις προσδοκίες άλλων. Η αντίσταση στην «καλή γυναίκα» είναι αναγκαία προϋπόθεση για να αμφισβητήσουμε τις σχέσεις εξουσίας που καθορίζουν τη ζωή μας».

Η Μ., 27, μιλάει στις μαθήτριές τις για τις γυναίκες του Ευριπίδη

Η Μ., 27, φιλόλογος, θα μας μιλήσει για την «καλή γυναίκα» μέσα από τον Ευριπίδη, εξιστορώντας μας μια «πρόκληση» που είχε στην εκπαιδευτική διαδικασία με τις μαθήτριές της. «Στο πλαίσιο της προετοιμασίας του υλικού μου για τα μαθήματα έχω επιλέξει η προσέγγιση της τραγωδίας να γίνεται και μέσω της φεμινιστικής κριτικής», λέει η Μ. «Πρόσφατα, μία μαθήτριά μου μού είπε ότι αντιπαθεί την Ελένη του Ευριπίδη και συγκεκριμένα της δημιουργεί απέχθεια το γεγονός ότι η Ελένη παρουσιάζεται ως μία αβοήθητη “γυναικούλα” που “κλαίγεται” και είναι απλώς “όμορφη”». Η Μ., παρατηρεί πως η αποστροφή της μαθήτριάς της απέναντι στην Ελένη, «προκύπτει ακριβώς από την εικόνα της “καλή γυναίκας”, που τελικά δεν απάτησε τον σύζυγό της, που δεν πήγε ποτέ στην Τροία και που φαίνεται αδύναμη μπροστά στο μίσος όλης της Ελλάδας εναντίον της».

Και συνεχίζει η Μ.: «Θέλησα λοιπόν, στο μάθημά μας να περιβάλλω το σώμα της Ελένης με τα σώματα κάποιων άλλων γυναικών του Ευριπίδη. Να φέρω τις επιθυμίες τους και το πραγματικό τους ανάστημα και να συντελέσουμε μαζί με τη μαθήτριά μου μία επαναμάγευση της ωραίας Ελένης, να της ξεριζώσουμε τα αγκάθια του αναλυτικού προγράμματος και να τοποθετήσουμε τον λόγο της στο κέντρο του μαθήματός μας. Για να συμβεί αυτό έπρεπε πρώτα να ανακαλύψουμε τον ποιητή. Ο Ευριπίδης εισάγει στο επίκεντρο της προσοχής μας γυναίκες δυνατές, θεληματικές, επιτυχημένες και σεξουαλικά απαιτητικές, όπως γράφει χαρακτηριστικά η Sarah B. Pomeroy, αλλά το σημαντικότερο είναι πως τους δίνει το βήμα να μιλήσουν για τον μύθο τους, να μιλήσουν δηλαδή για τις εαυτές τους και τις αδικίες που έχουν υποστεί».

Μέσω των γυναικών του Ευριπίδη, η Μ. μας μιλάει, με έναν τρόπο, για τις «καλές γυναίκες» της ιστορίας, από τότε μέχρι σήμερα. «Οι γυναίκες του Ευριπίδη ξαναγράφουν τις ιστορίες τους, από την Μήδεια μέχρι την Κλυταιμνήστρα και τη στιγμή που λέει στην Ηλέκτρα τον λόγο που δολοφόνησε τον πατέρα της.  Όσο για την περίπτωση της Ελένης, ο νόστος του Μενελάου δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς την ευφυία της, καθώς εκείνη είναι που καταστρώνει το σχέδιο της φυγής τους. Η Ελένη κατορθώνει να σκηνοθετήσει μια παράσταση μέσα στην παράσταση». 

Απ’ ότι φαίνεται στη συζήτηση, η Μ. είχε έναν καλό λόγο να μας απαντήσει με Ευριπίδη στο ερώτημα. «Δεν ξέρω τελικά πώς είναι μια “καλή” γυναίκα, γνωρίζω μόνο τις γυναίκες που επιθυμούν και αντιστέκονται, όπως αυτές τους Ευριπίδη. Και γνωρίζω και κάτι ακόμη, πως αυτά που αφηγούμαι στο μάθημα τα γνώριζαν και οι Βρετανίδες σουφραζέτες που στις συγκεντρώσεις τους συνήθιζαν να απαγγέλουν την ποίηση του Ευριπίδη».

Η Δ., 30, πιστεύει πως δεν έχουν αλλάξει και πολλά, απλώς έχουν κρυφτεί καλύτερα

Η Δ., 30, σχολική νοσηλεύτρια, μας περιέγραψε έναν κόσμο που οι γυναίκες μπορού να είναι «όλα τα σπουδαία μαζί», ελεύθερες από κοινωνικές νόρμες που καταπιέζουν, περιορίζουν, πνίγουν.  Για εκείνη, «καλή γυναίκα είναι αυτή που καταφέρνει πρώτα να είναι καλή μητέρα και ύστερα αποδοτική επαγγελματίας. Όχι καλύτερη από τους άνδρες συναδέλφους της όμως. Να είναι οικονομικά ανεξάρτητη αλλά όχι από τον άνδρα της. Ίσα ίσα να μπορεί να φτιάξει μαλλιά και νύχια χωρίς να επιβαρύνει τον σύζυγο και να μην αφήνει πολύ τον εαυτό της. Να μένει νέα και όμορφη, αλλά όχι να είναι “πλαστική”. Να είναι καλή μάνα γιατί αυτή είναι η “φύση” της. Αν έχει βοήθεια από τον σύζυγό της, να την λέμε τυχερή. Αν βγάζει πολλά λεφτά σίγουρα δεν τα έβγαλε με τα πτυχία και τη γνώση της, αλλά έκανε τα “γλυκά μάτια” στο αφεντικό. Αν αποφασίσει να αφοσιωθεί στον εαυτό της είναι γατομάνα γεροντοκόρη γιατί ο μόνος προορισμός της είναι να γίνει μάνα.

Και προσθέτει η Δ.: «Η συναισθηματική μας νοημοσύνη δεν είναι υπερευαισθησία ούτε ελάττωμα. Αδυναμία έχουν όσοι δεν μπορούν να δουν πως η πατριαρχία καταστρέφει και τα δύο φύλα. Θέλω όταν στεναχωρηθεί ο μπαμπάς μου, ο αδερφός μου, ο γιος μου, ο σύντροφος μου να κλάψει χωρίς να ντραπεί. Όταν κλάψει ο άνθρωπος μου να μη ντραπεί να μιλήσει κ να το δείξει οποίο και αν είναι το φύλο του».

Η παρατήρηση της Δ., είναι πως «δεν έχουν αλλάξει πολλά από παλιά, απλώς έχουν κρυφτεί καλύτερα». Συνεπώς, η ίδια δεν θέλει να είναι «καλή γυναίκα» όπως της ζητά η πατριαρχική κοινωνία, γιατί «μπορούμε να είμαστε όλα τα σπουδαία μαζί». Τι σημαίνει αυτό; «Μπορούμε να είμαστε διευθύντριες και καθηγήτριες, ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί και οικοδόμοι. Να είμαστε ταυτόχχρονα καλές μαμάδες ή και να μη γίνουμε αν δεν θέλουμε, χωρίς να δώσουμε εξηγήσεις. Δεν μπορεί να ορίσει κανείς τι είμαστε. Θα μιλήσουμε όταν μας αδικούν, θα απαιτήσουμε να ακουστούμε όπως ένας άνδρας, ένας άνθρωπος με δικαιώματα».