Μη βραβεύετε άλλο τα νησιά μας, θα βουλιάξουνε

Μήπως πρέπει να σταματήσουμε να θυσιάζουμε την ποιότητα ζωής των ντόπιων στον βωμό του υπερτουρισμού;

EUROKINISSI
09.06.2026 | 17:19
Διαβάζεται σε 4'
Προσθέστε το Rosa.gr ως προτιμώμενη πηγή στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.

Προσθήκη του Rosa.gr στην Google

Σύμφωνα με πρόσφατο αφιέρωμα της βρετανικής εφημερίδας The Sun, η Αστυπάλαια ανήκει στους δέκα κορυφαίους «κρυμμένους θησαυρούς» της Ευρώπης για το καλοκαίρι του 2026, ξεχωρίζοντας ανάμεσα σε άλλους προορισμούς για τα μοναδικά τοπία της.

Στα στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία η εφημερίδα ξεχώρισε την Αστυπάλαια ως κορυφαίο προορισμό, ανήκουν, μεταξύ άλλων, η αυθεντικότητα, η φυσική ομορφιά της και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των οικισμών του νησιού.

Σε άλλο σημείο αναφέρεται ότι η «Πεταλούδα του Αιγαίου» προσφέρει «έναν χαλαρό τρόπο ζωής μακριά από τον μαζικό τουρισμό».

Δεν είναι η πρώτη φορά που το νησί ξεχωρίζει στα ΜΜΕ ως ένα ειδυλλιακό μέρος που κάθε τουρίστας πρέπει να επισκεφθεί, καθώς νωρίτερα φέτος, αντίστοιχα αφιερώματα είδαμε για την Αστυπάλαια στο  Travel and Tour World και στον Independent.

Αν και διόλου δεν διαφωνούμε με το γεγονός ότι η Αστυπάλαια είναι ένα πανέμορφο μέρος, που δικαίως επιλέχθηκε από την εφημερίδα ως ένα από τα μοναδικότερα νησιά της Ελλάδας, δεν θα μπορούσε να μην μας ανησυχεί πως με την υπερπροβολή της ελλοχεύει ο κίνδυνος το νησί να γίνει άλλο ένα «θύμα» του υπερτουρισμού.

Ας μιλήσουμε με αριθμούς.

Ο ελληνικός τουρισμός το 2025 κατέγραψε ιστορικά ρεκόρ, φτάνοντας τα 38 εκατομμύρια αφίξεις και δημιουργώντας ταξιδιωτικές εισπράξεις ύψους 23,6 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ, η ταξιδιωτική κίνηση από το Ηνωμένο Βασίλειο αυξήθηκε κατά 7,6%, και αμέσως μετά την Αθήνα, τα νησιά του Αιγαίου κατέγραψαν μεγάλη ζήτηση. Δεν θα μας προξενήσει εντύπωση, λοιπόν, ο αριθμός των τουριστών για το 2026 να είναι μεγαλύτερος φέτος στην Αστυπάλαια, ιδιαίτερα χάρη στα διθυραμβικά δημοσιεύματα.

Για να προλάβουμε τυχόν σχόλια, ας διευκρινίσουμε το εξής: Ο τουρισμός από μόνος του δεν συνιστά πρόβλημα. Τουναντίον, αποφέρει σημαντικά έσοδα για τη χώρα (πάνω από 2/3 του ΑΕΠ). Ωστόσο, υπάρχει μία μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον τουρισμό και το νέο φαινόμενο του υπερτουρισμού που έχει λάβει επικίνδυνες διαστάσεις τα τελευταία χρόνια σε χώρες της Μεσογείου – και κατ΄επέκτασιν στα ελληνικά νησιά.

Στην Ελλάδα, οι επιπτώσεις του υπερτουρισμού διαφέρουν ανά περιοχή. Στην Αθήνα και τα μεγάλα νησιά, η υπερβολική ζήτηση για βραχυπρόθεσμη μίσθωση έχει επιδεινώσει τη στεγαστική κρίση.

Επιπλέον, η εικόνα που μας έρχεται στο μυαλό από τα νησιά που δέχονται τη μεγάλη πλειοψηφία των τουριστών σίγουρα δεν θυμίζει σε τίποτα αυτό που περιγράφει η Sun για την Αστυπάλαια. Αντίθετα, στα περισσότερα ελληνικά νησιά σήμερα θα συναντήσει τυποποιημένα εστιατόρια με τα γνωστότερα ελληνικά φαγητά (μουσακάς, παστίτισιο και σουβλάκι για παράδειγμα), παραλίες γεμάτες ξαπλώστρες και μαγαζιά και νυχτερινά κέντρα των οποίων η ηχορύπανση και η φωτορύπανση θα τάραζαν κάθε οικοσύστημα.

Για να καλύψουμε τις ανάγκες των εκατομμυρίων τουριστών που επισκέπτονται μία χώρα των 11 εκατομμυρίων – και δη τα νησιά των μόλις μερικών χιλιάδων κατοίκων – θυσιάζουμε όλα αυτά τα στοιχεία που έκαναν εξαρχής την Ελλάδα πόλο έλξης των επισκεπτών παγκοσμίως: την ταυτότητα, τους χαλαρούς ρυθμούς της επαρχίας και τον χαρακτήρα των οικισμών και των χωριών.

Τα νησιά σταδιακά μετατρέπονται σε τυποποιημένους προορισμούς, που προσφέρουν «προκάτ» διασκέδαση και φαγητό.

Η οποιαδήποτε μοναδικότητα είχε κάθε νυν τουριστικός προορισμός καταλήγει να συμβιβάζεται με αυτό που θέλει ο τουρίστας. Αξίζει, επίσης, να αναφέρουμε πως το μοντέλο του υπερτουρισμού χτίστηκε πάνω στις πλάτες κακοπληρωμένων και εξαντλημένων εργαζόμενων και ντόπιων που πια δεν έχουν τα χρήματα για να πιούν έναν καφέ στον τόπο τους – πόσο μάλλον να νοικιάσουν ένα σπίτι – με αποτέλεσμα να εκτοπίζονται από τον τόπο τους.

Φυσικά, το «όχι» στον υπερτουρισμό δεν συνεπάγεται το «όχι» στον τουρισμό. Σημαίνει, ωστόσο, πως πρέπει να μπουν ορισμένα όρια στο πόσα κομμάτια του πολιτισμού και της κουλτούρας του μπορεί να θυσιάσει ένα μέρος, προκειμένου να «χωρέσει» περισσότερους τουρίστες. Πρέπει, επίσης, τα κράτη να εφευρίσκουν λύσεις ούτως ώστε τα οικονομικά οφέλη που προκύπτουν από τον τουρισμό να επιστρέφουν στις κοινότητες και να μην περνούν αποκλειστικά στα χέρια των ελάχιστων εταιρειών που αποκομίζουν υπερκέρδη εις βάρος των εργαζομένων και των ντόπιων.