Στη σκληρή γενοκτονία που διαπράττει το Ισραήλ στη Γάζα, τα παιδιά είναι μία ακόμη παράπλευρη απώλεια του πολέμου. Για πολλούς γονείς που προσπαθούν να επιβιώσουν σε αυτή την κόλαση επί γης που κάποτε αποκαλούσαν σπίτι τους, η αγορά ακόμα και ενός παιχνιδιού που θα δώσει λίγη χαρά στα παιδιά τους είναι πλέον αδύνατη, καθώς οι τιμές των παιχνιδιών έχουν φτάσει σε ιστορικά υψηλά σε ολόκληρο τον παλαιστινιακό θύλακα.
Μιλώντας στο Al Jazeera, η 43χρονη Ράνια, η οποία κατάγεται από τη Σουτζαΐγια στην ανατολική Γάζα, αλλά αναγκάστηκε να εκτοπιστεί προς τα δυτικά της πόλης, αναφέρει πως επισκέφθηκε την αγορά με την ελπίδα να χαρίσει λίγη χαρά στις κόρες της πριν τις γιορτές, αλλά πως οι υψηλές τιμές δεν της το επέτρεψαν.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
«Οι τιμές είναι εξαιρετικά υψηλές και οι πωλητές μάς λένε ότι δεν έχουν εισάγει παιχνίδια στη Γάζα από την αρχή του πολέμου. Τι έκαναν τα παιδιά μας για να το αξίζουν αυτό;» δήλωσε.
Η ίδια θυμάται τα πολλά παιχνίδια που είχαν οι κόρες της πριν καταστραφεί το σπίτι τους, καθώς και την προσπάθειά της να τους προσφέρει δώρα σε κάθε περίσταση. «Οι γιορτές του Έιντ (μεγάλες θρησκευτικές γιορτές του Ισλάμ) είναι για τη χαρά των παιδιών. Όμως τα δικά μας παιδιά στερούνται τα πάντα», είπε χαρακτηριστικά.
«Αυτή η κούκλα κόστιζε πριν τον πόλεμο έως 15 σέκελ (4 ευρώ). Τώρα κοστίζει 60 σέκελ (17 ευρώ). Είναι κάτι που δεν μπορώ να πληρώσω», δήλωσε με απογοήτευση.
«Οι άνθρωποι μετά βίας εξασφαλίζουν τρόφιμα»
Η έλλειψη παιχνιδιών αποτελεί άμεση συνέπεια του πολέμου που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2023. Οι βομβαρδισμοί και οι εκτοπισμοί των Παλαιστινίων έχουν οδηγήσει στην καταστροφή ή απώλεια των περισσότερων παιχνιδιών των παιδιών, ενώ όσα απέμειναν είναι δυσεύρετα.
Σύμφωνα με τη Ράνια, τα παιδιά αναγκάζονται πλέον να επινοούν απλούς τρόπους διασκέδασης, όπως με το να παίζουν κρυφτό ή κυνηγητό στον δρόμο ή να ζωγραφίζουν στην άμμο.
Οι πωλητές, από την πλευρά τους, υποστηρίζουν ότι δεν ευθύνονται για την εκτόξευση των τιμών. Ο Ανουάρ αλ-Χουαΐτι, με 20 χρόνια εμπειρίας στον κλάδο, εξηγεί στο Al Jazeera ότι η επιχείρησή του συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.
«Πριν τον πόλεμο, τα παιχνίδια ήταν άφθονα. Σήμερα ψάχνουμε από έμπορο σε έμπορο και, όταν βρίσκουμε, οι τιμές είναι έως και τριπλάσιες», ανέφερε. Όπως εξήγησε, τα περισσότερα παιχνίδια δεν εισέρχονται πλέον μέσω επίσημων σημείων διέλευσης, αλλά σε περιορισμένες ποσότητες μέσω ανεπίσημων οδών.
Το κόστος μεταφοράς έχει εκτοξευθεί, με μεσάζοντες να ζητούν έως και 12.000 σέκελ (3.349 ευρώ) για μικρές αποστολές, ενώ σε περίπτωση κατάσχεσης ή καταστροφής, η ζημία βαραίνει αποκλειστικά τον έμπορο.
«Αγοράζουμε τα παιχνίδια ακριβά, άρα αναγκαζόμαστε να τα πουλάμε ακριβά», δήλωσε. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι τιμές έχουν αυξηθεί έως και κατά 300% σε σχέση με πριν τον πόλεμο, ενώ τα έσοδα έχουν καταρρεύσει.
Ο Ανουάρ περιγράφει ως πιο δύσκολη πτυχή της δουλειάς του την αδυναμία των γονέων να αγοράσουν παιχνίδια. «Οι άνθρωποι μετά βίας εξασφαλίζουν τρόφιμα», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η δουλειά του έχει μετατραπεί από πηγή χαράς σε πηγή απογοήτευσης.
«Έχω αρχίσει να μισώ την καθημερινότητά μου, γιατί ξέρω ότι οι τιμές είναι υπερβολικές και τα παιδιά στεναχωριούνται», είπε. «Οι γονείς με παρακαλούν να μειώσω τις τιμές, λέγοντας ότι τα παιδιά είναι ορφανά ή ότι έχασαν τους γονείς τους στον πόλεμο. Νιώθω πως όλα τα παιδιά στη Γάζα έχουν γίνει ορφανά».
Περιορισμοί στο εμπόριο και έλλειψη αγαθών
Από την έναρξη του πολέμου τον Οκτώβριο του 2023, το εμπόριο στη Γάζα έχει περιοριστεί δραστικά, κυρίως λόγω του κλεισίματος των εμπορικών διελεύσεων. Το κύριο σημείο εισόδου αγαθών, το Κερέμ Σαλόμ, παραμένει σε μεγάλο βαθμό μη λειτουργικό.
Ο αποκλεισμός που επιβλήθηκε το 2023 και επαναλήφθηκε για μήνες το 2025 οδήγησε ακόμη και σε κήρυξη λιμού στη βόρεια Γάζα. Παρότι υπήρξε σχετική βελτίωση μετά την ανακοίνωση κατάπαυσης του πυρός τον Οκτώβριο, οι περιορισμοί στις εισαγωγές μη βασικών αγαθών – όπως τα παιχνίδια – συνεχίζονται.
Αν και δεν υπάρχει επίσημη απαγόρευση εισαγωγής παιχνιδιών, οι διοικητικοί και ασφαλιστικοί περιορισμοί, σε συνδυασμό με την προτεραιοποίηση ανθρωπιστικής βοήθειας, καθιστούν την είσοδό τους σχεδόν αδύνατη.
Ο ΟΗΕ έχει επισημάνει ότι οι περιορισμοί αυτοί επηρεάζουν τη διαθεσιμότητα τόσο βασικών όσο και μη βασικών αγαθών.
