Στη διασταύρωση Αριστείδου και Αγίων Πάντων στην Καλλιθέα, το μεσημέρι της Κυριακής (28/06), δεν είδαμε απλώς μια ξαφνική πυρκαγιά και μια διάσωση.
Είδαμε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα την ωμή και γλυκόπικρη αλήθεια της κοινωνίας που ζούμε: ότι απέναντι στην καταστροφή είμαστε μόν@ μας, αλλά ευτυχώς δεν είμαστε λίγ@. Και ευτυχώς δεν κλείνουμε βολικά όλ@ τα μάτια μας μποστά στη δυσκολία του διπλανού μας. Μικρή ή μεγάλη.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Αυτό που συνέβη δεν ήταν ένα τυχαίο, συγκινητικό πυροτέχνημα κάπου ανάμεσα στο ημερήσιο doomscrolling. Δεν ήταν ηρωική πράξη, σαν κι αυτές που προβάλλουν δακρύβρεχτα αφιερώματα στην τηλεόραση. Ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο. Ήταν ένα περιστατικό που ανέδειξε για ακόμα μια φορά τη δύναμη που κρύβεται στη λέξη αλληλεγγύη. Γιατί αυτές οι μικρές και μεγάλες πράξεις που πηγάζουν από αυτήν την λέξη, είναι και αυτές που συντηρούν μια φωτεινή και ελπιδοφόρα διάσταση στην μαυρίλα που ζούμε καθημερινά.
Όλα ξεκίνησαν όταν ξέσπασε πυρκαγιά στο ισόγειο μιας διώροφης μονοκατοικίας, την ώρα που ένα ηλικιωμένο ζευγάρι ξεκουραζόταν. Ο 80χρονος κατάφερε να διαφύγει έγκαιρα από την πίσω πόρτα, όμως η 75χρονη γυναίκα εγκλωβίστηκε στο μπαλκόνι, καθώς οι φλόγες έσπασαν τα τζάμια και απέκλεισαν κάθε πιθανή έξοδο. Καθώς ο καπνός έκανε την ατμόσφαιρα όλο και πιο αποπνικτική, εκείνη άρχισε να φωνάζει για βοήθεια. Κάτω από το μπαλκόνι είχε ήδη συγκεντρωθεί πλήθος κόσμου, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν και αστυνομικοί.
Τα σωτήρια αντανακλαστικά του δρόμου
Όπως κατήγγειλε αργότερα ένας από τους ανθρώπους που την έσωσαν, η γυναίκα ούρλιαζε, αλλά αρχικά κανένας δεν πλησίαζε να βοηθήσει. Ούτε καν οι αστυνομικοί που υποτίθεται ότι βρίσκονταν εκεί για την ασφάλεια των πολιτών. Ο άνδρας αυτός, μαζί με μερικά ακόμα νεαρά παιδιά της γειτονιάς, μπήκαν μπροστά, ακριβώς κάτω από τη φωτιά, φωνάζοντάς της «Πήδα γιαγιά, θα σε πιάσω». Στον διάλογο που ακολούθησε, η γιαγιά ρωτούσε έντρομη «θα με πιάσεις; Σίγουρα;», με τον διανομέα να της φωνάζει: «Μην αγχώνεσαι γιαγιά, πίστεψέ με, πήδα!».
Η γυναίκα εν τέλει πήδηξε από μεγάλο ύψος, τα άτομα από κάτω έγιναν ένα ανθρώπινο δίχτυ ασφαλείας πιάνοντάς τη, και παρά το γεγονός ότι σωριάστηκαν όλοι μαζί στο τσιμέντο, -με την ίδια και ορισμένα άτομα να τραυματίζονται ελαφρά-, της έσωσαν τη ζωή.
Η εικόνα των ένστολων που παραμένουν θεατές την ώρα που μια γυναίκα κινδυνεύει να καεί ζωντανή είναι κάπως γνωστή και συνάμα σύμπτωμα ενός συστήματος που έχει άλλες προτεραιότητες. Όπως εκείνο το άλλο σύμπτωμα. Το «το περιπολικό δεν είναι ταξί κυρία μου». Η καταστολή, οι έλεγχοι και η γραφειοκρατία έχουν πάντα προβάδισμα έναντι της έμπρακτης προστασίας εκείνων σε κίνδυνο.
Εκείνοι που έτρεξαν να μπουν κάτω από το φλεγόμενο μπαλκόνι δεν φορούσαν στολή, ούτε είχαν πρωτόκολλα που όφειλαν να ακολουθήσουν. Το μόνο «πρωτόκολλο» που από ένστικτο ακολουθούν είναι εκείνο της ατόφιας ανθρωπιάς, της αλληλεγγύης. Ήταν οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, ένας ντελιβεράς που σταμάτησε αμέσως να τρέξει να βοηθήσει, ένας γείτονας που έσπευσε να πιάσει τη γιαγιά, μια παρέα νέων που περνούσαν από τη γειτονιά. Άνθρωποι που ξέρουν από πρώτο χέρι τι σημαίνει να είσαι ευάλωτ@, τι σημαίνει να μην σε προσέχει κανείς, τι σημαίνει να επιβιώνεις με το ζόρι και ίσως από τύχη.
Μια αγκαλιά αλληλεγγύης, μια ομάδα ανθρώπων που χωρίς δεύτερη σκέψη μπήκαν μπροστά για να προστατεύσουν έναν συνάνθρωπο. Έπεσαν όλοι μαζί στο τσιμέντο, τσακίστηκαν, αλλά η γυναίκα έζησε.
Για άλλη μια φορά, μόνο ο λαός σώζει τον λαό
Το περιστατικό της Καλλιθέας είναι ακόμα μια υπενθύμιση. Ένα wake-up call για να μην ξεχνιόμαστε. Από το πιο μικρό περιστατικό, μέχρι το πιο μεγάλο, η ασφάλειά μας δεν είναι στα χέρια της Πολιτείας, ούτε θα τη βρεις στις κενές υποσχέσεις των υπευθύνων. Η ασφάλειά μας είναι ο διπλανός μας. Και η δική του είναι στα χέρια τα δικά μας.
Το «πήδα, θα σε πιάσω» αυτών των ανθρώπων δεν ήταν απλώς μια κουβέντα. Είναι μια στάση που οφείλουμε να κρατήσουμε. Να ξέρεις ότι αν βρεθείς στο κενό, θα υπάρχουν χέρια του διπλανού σου να σε κρατήσουν. Και να είσαι έτοιμ@ να απλώσεις τα δικά σου, παρατώντας το δικό σου «μηχανάκι», όταν ο διπλανός σου καίγεται. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, ό,τι έχουμε στον κόσμο είναι ο ένας τον άλλον. Όσο γλυκανάλατο κι αν ακούγεται παραμένει διαχρονικά αληθινό.
Μέσα σε εκείνο το «Πήδα γιαγιά, θα σε πιάσω» κρύβεται όλη η ουσια. Η απόδειξη ότι η βοήθεια δεν θα έρθει από αυτούς που μας κοιτούν αφ’ υψηλού, αλλά από εκείν@ που μοιράζονται το ίδιο πεζοδρόμιο, το ίδιο άγχος και την ίδια ανάγκη να μείνουμε πάνω από όλα άνθρωποι.
