Από χθες διαβάζουμε για τη Σταυρούλα στα Χανιά. Ο άντρας που νοίκιαζε το σπίτι της την έδεσε, τη φίμωσε, τη σκότωσε και την έθαψε σε χωράφι.
Μία εβδομάδα πριν μιλούσαμε για τη γυναικοκτονία στη Δράμα. Τη μαχαίρωσε μέχρι θανάτου ο σύζυγός της -είχε κάνει επίσημη καταγγελία στον προϊστάμενο της (κι οι δυο ήταν αστυνομικοί) κι ο ψυχίατρος της υπηρεσίας έκρινε πως όλα ήταν καλά.
Στο Αίγιο, άντρας σκότωσε τη σύντροφό του και τον γιο της.
Και στην Καλαμάτα, τη Βασιλική τη σκότωσε ο άντρας της.
Σε λιγότερο από μήνα, μετράμε τέσσερις δολοφονημένες.
Εντωμεταξύ ακριβώς μία μέρα πριν ομολογήσει ο γυναικοκτόνος στα Χανιά, η Μαρία Καρυστιανού έπαθε σύγχυση και είπε κάτι σαν «ε όχι και να το λέμε γυναικοκτονία, είμαστε φεμινίστριες». Συγκεκριμένα δήλωσε: «Τοποθετεί τη γυναίκα στις ευάλωτες ομάδες, υπό το χαρακτηριστικό του αδύναμου φύλου. Δεν πιστεύω καθόλου ότι η γυναίκα είναι αδύναμο φύλο, ούτε έχει λάβει τη θέση που της αξίζει στην κοινωνία, κάτι που εύχομαι να συμβεί σύντομα».
Και πρόσθεσε: «Για εμένα το θέμα δεν είναι η διαφορά στη σωματική δύναμη, είναι γιατί να συμβαίνει αυτό που συμβαίνει. Το θέμα είναι τι θα κάνω από πριν… εάν νομοθετηθεί η γυναικοκτονία, θα είναι σαν να λέω ότι η γυναίκα ανήκει στις ευάλωτες ομάδες».
Η Μαρία Γρατσία μας είχε προϊδεάσει δυο μέρες πριν, αλλά ίσως δεν περιμέναμε αυτήν την παράδοξη και κάπως αστεία λογική (ή ό,τι είναι) της Καρυστιανού.
Ο Φλωρίδης, ήδη από το 2024 έχει απορρίψει τον όρο γυναικοκτονία επειδή: «Αν ξεχωρίσουμε τη γυναίκα ως κάτι ξεχωριστό στο ποινικό σύστημα, το αποτέλεσμα είναι ίδιο, γιατί θα επιβάλει στον δράστη την εσχάτη των ποινών. Το θέμα που πρέπει να μείνει στην κοινωνία είναι να συνεχίσει ο όρος γυναικοκτονία στη δημόσια συζήτηση για να εκπαιδεύει τον κόσμο στον σεβασμό του ανθρώπου προς τον άνθρωπο και ειδικά προς τις γυναίκες, από το σχολείο. (…) Υπάρχει ένα δυσδιάκριτο σημείο. Λένε ότι σκοτώνουν επειδή το θύμα είναι γυναίκα. Υπάρχουν περιπτώσεις που ένας δολοφονεί τη γυναίκα του και αυτοκτονεί, εκεί τι έχουμε» -κι εκεί γυναικοκτονία έχουμε.
Και σε όλο αυτό έχεις κάθε άνθρωπο (συνήθως στρέιτ άντρα) που απλώς έχει σόσιαλ. Κι είναι λες και περιμένει να σκοτώσει κάποιος μία γυναίκα επειδή είναι γυναίκα, για να σχολιάσε «ΝΑΙ ΑΛΛΑ ΑΝΔΡΟΚΤΟΝΙΑ ΔΕΝ ΛΕΤΕ» και πως «ΟΛΕΣ ΟΙ ΖΩΕΣ ΕΧΟΥΝ ΙΔΙΑ ΑΞΙΑ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΔΕΝ ΑΞΙΖΟΥΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ!!!111!». Ή/και δίνουν δίκιο στον γυναικοκτόνο.
Αυτό που δεν καταλαβαίνω κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για τον όρο «γυναικοκτονία» είναι γιατί συμπεριφερόμαστε σαν να ανακαλύπτουμε τώρα το πρόβλημα. Σαν να μην έχει προηγηθεί μια ολόκληρη ιστορία γυναικών που δολοφονήθηκαν από συζύγους, συντρόφους, πρώην συντρόφους, άντρες που δεν άντεξαν την απόρριψη, την απώλεια του ελέγχου ή απλώς το γεγονός ότι μια γυναίκα τους είπε «όχι». Κι όμως, κάθε φορά που σκοτώνουν μία από εμάς, αντί να συζητήσουμε τι είναι αυτό που παράγει αυτή τη βία, βρισκόμαστε ξανά να συζητάμε αν πρέπει να χρησιμοποιούμε τη λέξη που την περιγράφει.
Η ένσταση ότι ο όρος τοποθετεί τις γυναίκες στις «ευάλωτες ομάδες» μοιάζει να συγχέει δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Το να αναγνωρίζεις ότι οι γυναίκες πλήττονται δυσανάλογα από μια συγκεκριμένη μορφή βίας δεν σημαίνει ότι τις θεωρείς αδύναμες. Σημαίνει ότι αναγνωρίζεις μια κοινωνική πραγματικότητα. Δεν μας σκοτώνουν επειδή είμαστε «αδύναμο φύλο». Μας σκοτώνουν επειδή υπάρχουμε σε μία κοινωνία στην οποία άντρες θεωρούν πως έχουν δικαίωμα πάνω στο σώμα μας, στις επιλογές μας, στη ζωή μας.
Γι’ αυτό και η λέξη έχει σημασία. Όχι επειδή θα φέρει από μόνη της τη δικαιοσύνη ούτε επειδή μια διαφορετική νομική ονομασία θα εξαφανίσει τη βία. Έχει σημασία επειδή ονομάζει ένα μοτίβο. Και όταν αρνείσαι να ονομάσεις ένα μοτίβο, ουσιαστικά αρνείσαι να το δεις. Αν κάθε γυναικοκτονία παρουσιάζεται ως ένα μεμονωμένο περιστατικό, ως μια «οικογενειακή τραγωδία», ως μια «κακιά στιγμή», τότε δεν χρειάζεται να αναρωτηθούμε τι κοινό έχουν όλες αυτές οι υποθέσεις μεταξύ τους. Δεν χρειάζεται να αναρωτηθούμε γιατί επαναλαμβάνονται με τόσο ανατριχιαστική συχνότητα.
Τους βολεύει να το λέμε έγκλημα πάθους, όπως παλιά. Γιατί αν αποδεχτούμε ότι οι γυναικοκτονίες αποτελούν κοινωνικό φαινόμενο, τότε είμαστε υποχρεωμέν@ να μιλήσουμε για όλα όσα το συντηρούν. Για την κουλτούρα της ανδρικής κυριαρχίας που εξακολουθεί να θεωρεί τη ζήλια ένδειξη αγάπης και την κτητικότητα απόδειξη ενδιαφέροντος. Για τα θύματα που δεν πιστεύονται όταν καταγγέλλουν κακοποίηση. Για τις Αρχές που συχνά αδυνατούν να αξιολογήσουν τον κίνδυνο. Για μια κοινωνία που εξακολουθεί να μας ρωτά γιατί δεν φύγαμε νωρίτερα αντί να αναρωτιέται γιατί ένας άντρας πίστεψε ότι δικαιούται να μας σκοτώσει.
