Φήμες λένε ότι η λέξη «γυναικοκτονία» είναι πια και επίσημα απαγορευμένη στα λημέρια της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία».
Πρώτα οι δηλώσεις για τις αμβλώσεις, μετά εκείνες της Μαρίας Γρατσία για τις γυναικοκτονίες, η οποία δεν μπορεί «τόσο παρορμητικά να τοποθετηθώ επί της συγκεκριμένης λέξης, γιατί εισάγει μια διάκριση». Τώρα η Μαρία Καρυστιανού ξανάρχεται να συμπληρώσει το προβληματικό καρέ και να κανει foreshadowing το ιδεολογικό πλαίσιο του κόμματός της.
Για την κ. Καρυστιανού, ο όρος «γυναικοκτονία τοποθετεί τη στις ευάλωτες ομάδες υπό το χαρακτηριστικό του αδύναμου φύλου», όπως δήλωσε η ίδια στην εκπομπή «Χαμογέλα και Πάλι».
Λίγο αργότερα το παρουσίαζει ως «φυλετική διάκριση». Η ίδια κάνει λόγο για ορολογίες που διχάζουν και προτάσεις που ενισχύουν τις έμφυλες διακρίσεις, υποστηρίζοντας πως μία θεσμοθετημένη χρήση του όρου μπορεί να λειτουργήσει διασπαστικά, ενισχύοντας την αντίθεση μεταξύ του διπόλου άνδρα-γυναίκας.
«Ο όρος γυναικοκτονία τονίζει τη διάκριση μεταξύ των γυναικών και των ανδρών». «Δεν πιστεύω ότι η γυναίκα είναι αδύναμο φύλο, ούτε έχει λάβει τη θέση που της αξίζει στην κοινωνία, κάτι που ελπίζω να συμβεί σύντομα», συμπλήρωσε.
Οι δηλώσεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες της συνεργάτιδάς της, φαίνεται πως σηματοδοτούν και την επίσημη θέση του κόμματος. Στην «Ελπίδα για τη δημοκρατία» είναι αρνητές και αρνήτριες του συγκεκριμένου όρου. Κλείνουν τα μάτια σε ένα καίριο κεφάλαιο της έμφυλης βίας στην Ελλάδα, την ώρα που μετράμε ήδη 8 γυναικοκτονίες από την αρχή του 2026.
Το να αρνείσαι, ωστόσο, τον όρο «γυναικοκτονία» για να μην υποτιμήσεις τη γυναίκα, είναι σαν να αρνείσαι τον όρο «ρατσιστική επίθεση» για να μην φανεί αδύναμη η μειονότητα που δέχτηκε το χτύπημα. Σου έχω ακόμα πιο απλό. Είναι σαν να πηγαίνεις στο νοσοκομείο με πνευμονία και ο γιατρός να σου γράφει αγωγή για «ασθένεια».
Όταν αρνείσαι να πεις το έγκλημα με το όνομά του, γίνεσαι συνένοχη στην αποσιώπησή του. Όταν ακούμε «τη σκότωσε επειδή τη ζήλευε παθολογικά», «την έπνιξε γιατί τον χώρισε», «τη δολοφόνησε γιατί απείλησε πως θα τον αφήσει», συγγνώμη κ. Καρυστιανού, αλλά δεν βλέπω κάποιο αδύναμο φύλο. Βλέπω ένα βαθιά πατριαρχικό σύστημα που δίνει την ψευδαίσθηση σε συζύγους, συντρόφους, φίλους ότι έχουν απόλυτη εξουσία πάνω στο σώμα και τη ζωή των γυναικών.
Το να το λέμε «γυναικοκτονία» δεν μας κάνει αδύναμες. Ούτε εκείνες που τις σκότωσαν, ούτε τις υπόλοιπες που μείναμε πίσω με τον φόβο για την επόμενη. Αναδεικνύει την ευαλωτότητα που μας επιβάλλει το σύστημα. Το να αναγνωρίζεις νομικά την έμφυλη διάσταση της βίας δεν είναι υποτίμηση της γυναίκας, αλλά το πρώτο βήμα για δικαιοσύνη.
Η επίκληση της αυστηροποίησης της νομοθεσίας για την ενδοοικογενειακή βία γενικά είναι το κλασικό αφήγημα του «All Lives Matter» προσαρμοσμένο στα ελληνικά δεδομένα της έμφυλης βίας. Φυσικά και όλες οι ζωές έχουν αξία. Ωστόσο τις γυναίκες τις σκοτώνουν με συγκεκριμένο κίνητρο και προφίλ θύτη.
Κυρία Καρυστιανού, η άρνηση του όρου γυναικοκτονία δεν μας απελευθερώνει από τα δεσμά του «αδύναμου φύλου». Αντίθετα, αφήνει το χέρι του κακοποιητή αόρατο στο νομικό πλαίσιο. Κι αυτό δεν είναι ελπίδα για τη δημοκρατία, αλλά απειλή. Για αυτό μάλλον η δίκή σας ελπίδα, δεν μας χωράει, άρα δεν μας αφορά.
Η γυναικοκτονία είναι ο μοναδικός όρος που βλέπουμε και αναγνωρίζουμε. Και θα τον φωνάζουμε μέχρι να σταματήσει το μέτρημα.
