Βιασμός 19χρονης στο ΑΤ Ομόνοιας: Ένας οδηγός για «σωστά θύματα» από τον εισαγγελέα

Τα «θα μπορούσε» που ειπώθηκαν και τα «μπορεί» που δεν ειπώθηκαν

ΑΤ Ομόνοιας SOOC
08.07.2026
Διαβάζεται σε 4'
Προσθέστε το Rosa.gr ως προτιμώμενη πηγή στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.

Προσθήκη του Rosa.gr στην Google

Στην αγόρευσή του κατά τη διάρκεια της δίκης στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών, ο εισαγγελέας εισηγήθηκε την απαλλαγή των αστυνομικών της ομάδας ΔΙΑΣ που κατηγορούνται για ομαδικό βιασμό 19χρονης μέσα στο Αστυνομικό Τμήμα Ομόνοιας τον Οκτώβριο του 2022.

Παράλληλα, εισηγήθηκε την καταδίκη μόνο ενός εκ των κατηγορουμένων για παράβαση της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων.

Ειδικότερα, πρότεινε την αθώωση, λόγω αμφιβολιών, των δύο αστυνομικών που κατηγορούνται ως φυσικοί αυτουργοί του ομαδικού βιασμού, καθώς και του τρίτου συναδέλφου τους, ο οποίος αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνέργειας στην ίδια πράξη. Ταυτόχρονα, έκρινε πως ένας από τους κατηγορούμενους θα πρέπει να κριθεί ένοχος για παραβίαση της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων, επειδή, σύμφωνα με τη δικογραφία, κατέγραφε με το κινητό του τηλέφωνο όσα συνέβησαν στο εσωτερικό του αστυνομικού τμήματος.

Η εισαγγελική αγόρευση και η εικόνα του «σωστού θύματος»  

Κατά την αγόρευσή του, ο εισαγγελέας υποστήριξε πως όσα έλαβαν χώρα στο ΑΤ Ομόνοιας, αποτελούν πειθαρχικό παράπτωμα και ως τέτοιο θα πρέπει να ερευνηθεί αρμοδίως.

Συγκεκριμένα, ανέφερε: «Φέρθηκαν αναξιοπρεπώς, όσα έκαναν είναι κατακριτέα και δεν υπάρχει κανένας αστερίσκος σε όλα αυτά. Εξέθεσαν και απαξίωσαν την υπηρεσία, ευτέλισαν και δεν σεβάστηκαν ούτε τον εαυτό τους. Και συναινετικές να είναι οι επαφές, θα όφειλαν να προστατεύσουν την κοπέλα και να διαφυλάξουν το κύρος της υπηρεσίας. Έχουν υποπέσει σε βαριά πειθαρχικά παραπτώματα, όμως παρά την ηθική απαξία, σε επίπεδο ποινικής ευθύνης τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα».

Επίσης κατά την αγόρευση του, ο εισαγγελέας για να αιτιολογήσει την πρότασή του για αθώωση των αστυνομικών, επικαλέστηκε την εικόνα του «σωστού θύματος», λέγοντας πως «η συμπεριφορά της καταγγέλλουσας δεν συνάδει με εκείνη ενός ατόμου φοβισμένου που έχει υποστεί βία».

Γιατί όπως όλοι/ες/α ξέρουμε, το πως αντιδράει, το πως κουβαλάει, το πως βιώνει και το πως παλεύει κάθε άτομο το τραύμα και την κακοποίηση – σεξουαλική ή μη – που έχει υποστεί, είναι κάτι τυποποιημένο.

Τα «θα μπορούσε» που ειπώθηκαν και τα «μπορεί» που δεν ειπώθηκαν

Γενικότερα, όπως μας ενημέρωσε ο εισαγγελέας στις 08/07 του 2026 από την περίοπτη θέση του στην αίθουσα του δικαστηρίου, η επιζώσα πολλά «θα μπορούσε» να κάνει τον Οκτώβρη του 2022. Δεν τα έκανε όμως. Και αναρωτήθηκε ο μέσος άνδρας σε θέση εξουσίας, «γιατί δεν τα έκανε;».

Γιατί δεν ήταν σε θέση ισχύος. Γιατί ήταν ένα κορίτσι 19 χρονών, το οποίο αστυνομικοί βίασαν εντός αστυνομικού τμήματος στο πιο κεντρικό σημείο της Αθήνας. Γιατί την βίασαν μέσα στον χώρο που υποτίθεται πως θα έπρεπε να πάει για να ζητήσει βοήθεια, οι άνθρωποι από τους οποίους θα έπρεπε να έχει ζητήσει βοήθεια.  

Γιατί μπορεί να πάγωσε, ή οτιδήποτε. Γιατί πολλά είναι τα μπορεί όταν βρίσκεσαι παρά τη θέληση σου γυμνή στο παγωμένο πάτωμα ενός ΑΤ. Και πολλά είναι τα «θα μπορούσε» όταν είσαι έξω από έναν χορό στον οποίο δεν θα μπορούσες καν να μπεις.

Γιατί και οι αστυνομικοί θα μπορούσαν να μην τη βιάσουν.

Όσο για τη δήλωση πως η μετέπειτα αλλαγή της βούλησης δεν συνιστά άρνηση, το όχι είναι όχι όποτε και να λέγεται, όπως και να εκφράζεται.  

Μάλιστα, πρόσθεσε: «Δεν προέκυψε κάποια δυσφορία ή άρνηση, δεν είπε “όχι”, δεν έδειξε άρνηση. Δεν έφυγε από το δωμάτιο ακόμα και όταν ήταν μόνη της, παρότι η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και ξεκλείδωτη. Δεν φώναξε σε βοήθεια. Θα μπορούσε να βγει και να ζητήσει βοήθεια στο γραφείο ενδοοικογενειακής βίας που βρισκόταν δίπλα» είπε χαρακτηριστικά, συμπληρώνοντας πως «η μετέπειτα αλλαγή της βούλησης της δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μη συναίνεση».

Ο εισαγγελέας έκλεισε την αγόρευση του ως εξής: «Δεν είμαστε εδώ για να δικάσουμε το ήθος και τη συμπεριφορά των κατηγορουμένων, δεν είμαστε δικαστήριο ήθους. Αυτό κρίθηκε στα πειθαρχικά. Για να καταδικάσουμε θέλουμε πλήρη απόδειξη. Αποδείχθηκε η τέλεση της σεξουαλικής πράξης, αλλά δεν αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε συναίνεση».