Η κριτική που ασκείται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι καθυστερεί να εφαρμόσει το διεθνές δίκαιο απέναντι στο Ισραήλ και να διακόψει το εμπόριο προϊόντων από τους Ισραηλινούς εποικισμούς και τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, είναι μια κριτική δίκαιη.
Τη Δευτέρα (13/7) συνεδριάζουν στις Βρυξέλλες οι ΥΠΕΞ των κρατών-μελών, και αναμένεται να θέσουν επί τάπητος την απαγόρευση των εισαγωγών προϊόντων από τους ισραηλινούς εποικισμούς.
Η συζήτηση αυτή θα γίνει υπό το βάρος της κατάστασης που έχει διαμορφώσει το Ισραήλ τόσο στη Γάζα, όσο και στη Δυτική Όχθη, αλλά και των διαπιστώσεων του ΟΗΕ ότι το Ισραήλ διαπράττει γενοκτονία σε βάρος των Παλαιστινίων.
Στην ΕΕ, οι διαφωνίες είναι έντονες και μοιάζουν αγεφύρωτες σε αυτό το ζήτημα, καθώς δεν υπάρχει συμφωνία ανάμεσα στους 27 υπουργούς στο πώς πρέπει να αντιμετωπίσουν την κυβέρνηση Νετανιάχου.
Οι επιλογές
Η μερική ή πλήρης απαγόρευση των εισαγωγών από τους οικισμούς αποτελεί μία από τις τρεις επιλογές που παρουσιάζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε έγγραφο που περιήλθε στην κατοχή της Guardian. Οι άλλες δύο επιλογές προβλέπουν είτε την επιβολή υψηλών δασμών, που θα καθιστούν οικονομικά ασύμφορο το εμπόριο, είτε την εφαρμογή συστήματος αδειοδότησης των εισαγωγών. Το περιεχόμενο του εγγράφου δημοσιεύθηκε αρχικά από το Euronews.
Το έγγραφο, διατυπωμένο με προσεκτική και τυπική γραφειοκρατική, «ξύλινη» γλώσσα, επισημαίνει ότι οι προτεινόμενες επιλογές «ενδέχεται να έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στις σχέσεις ΕΕ–Ισραήλ, λαμβάνοντας υπόψη και τις επερχόμενες εκλογές», γεγονός που δείχνει ότι η Επιτροπή συνεκτιμά τις βουλευτικές εκλογές που πρόκειται να διεξαχθούν στο Ισραήλ αργότερα μέσα στο έτος.
Οι Ισραηλινοί πολίτες αναμένεται να προσέλθουν στις κάλπες έως τις 27 Οκτωβρίου. Βάσει της συμφωνίας σύνδεσης ΕΕ–Ισραήλ, τα προϊόντα που προέρχονται από τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη -τα Υψίπεδα του Γκολάν, τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ- δεν δικαιούνται τους προνομιακούς εμπορικούς όρους που ισχύουν για τα προϊόντα του Ισραήλ.
Τουλάχιστον δέκα κράτη-μέλη της ΕΕ, μεταξύ των οποίων το Βέλγιο, η Ολλανδία και η Ισπανία, υποστηρίζουν ότι η Ένωση έχει υποχρέωση να τερματίσει το εμπόριο με τα κατεχόμενα εδάφη, επικαλούμενα τη γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης το 2024, με την οποία καλείται το Ισραήλ να τερματίσει «το συντομότερο δυνατό» την κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών. Η απόφαση διαπίστωσε πολλαπλές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου από το Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένων πρακτικών που κρίθηκαν ότι συνιστούν απαρτχάιντ.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Σύμφωνα με το Δικαστήριο, τα κράτη οφείλουν «να λάβουν μέτρα ώστε να αποτρέψουν εμπορικές ή επενδυτικές σχέσεις που συμβάλλουν στη διατήρηση της παράνομης κατάστασης που έχει δημιουργήσει το Ισραήλ στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη».
Την έκκληση για διακοπή του εμπορίου με τους ισραηλινούς οικισμούς στηρίζουν περισσότεροι από 100 νομικοί ακαδημαϊκοί, οι οποίοι απέστειλαν επιστολή στους ανώτατους αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που είναι αρμόδιοι για το εμπόριο και την εξωτερική πολιτική, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για «διεθνή νομική υποχρέωση» της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο Ιγνάθιο Γκαρσία Μπερθέρο, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στον τομέα του εμπορίου και ένας από τους υπογράφοντες την επιστολή, δήλωσε: «Ο μόνος τρόπος για να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τη γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου είναι η απαγόρευση του εμπορίου με τους παράνομους οικισμούς. Οποιαδήποτε άλλη επιλογή δεν θα είναι αποτελεσματική, καθώς η ισραηλινή πολιτική αποζημιώνει τους παραγωγούς των οικισμών για τους δασμούς που καταβάλλουν στις εξαγωγές τους προς την Ευρωπαϊκή Ένωση».
Πρόσφατη έρευνα της μη κυβερνητικής οργάνωσης Global Echo διαπίστωσε ότι οι Ισραηλινοί εξαγωγείς επωφελούνται από παράνομες φορολογικές ελαφρύνσεις για προϊόντα που καλλιεργούνται στους οικισμούς, ενώ οι ισραηλινές φορολογικές αρχές επιτρέπουν τη χρήση παραπλανητικής επισήμανσης στα προϊόντα αυτά.
