«Η μετέπειτα αλλαγή της βούλησης της δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μη συναίνεση». Αυτή η φράση βγήκε από το στόμα εισαγγελέα, στη δίκη για τον βιασμό της νεαρής γυναίκας στο ΑΤ Ομόνοιας.
Προτού προχωρήσουμε να θυμίσουμε τι είχε γίνει. Τον Οκτώβρη του 2022, μία νεαρή γυναίκα που τότε ήταν 19 ετών, κατήγγειλε ότι τη βίασαν δύο αστυνομικοί μέσα στο ΑΤ Ομόνοιας -στον χώρο των αποδυτηρίων, συγκεκριμένα. Εκείνοι ισχυρίστηκαν ότι όλα ήταν συναινετικά. Το ιατροδικαστικό πόρισμα, βρήκε ίχνη βιασμού. Οι ισχυρισμοί τους καταρρίφθηκαν κι από έρευνα της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων, καθώς «προέκυψε από αδιάσειστα στοιχεία ότι πράγματι και οι δύο βίασαν την κοπέλα μέσα στο αστυνομικό τμήμα».
Τέσσερα χρόνια μετά, εισαγγελέας είπε «μισό λεπτό ρε παιδιά, όχι και βιασμός αν άλλαξε γνώμη» -απλώς με άλλα λόγια.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η συναίνεση δεν είναι ένα συμβόλαιο που υπογράφεις μία φορά και δεσμεύεσαι μέχρι τέλους. Δεν είναι «είπες ναι στις 22:13, άρα στις 22:25 δεν δικαιούσαι να πεις όχι». Η συναίνεση υπάρχει μόνο όσο υπάρχει. Μπορεί να δοθεί. Μπορεί να μην δοθεί ποτέ. Και μπορεί να αποσυρθεί οποιαδήποτε στιγμή. Δεν αραδιάζω φεμινιστικές απόψεις εδώ πέρα -την έννοια της συναίνεσης παραθέτω.
Όταν λοιπόν ακούς έναν εισαγγελέα να λέει ότι «η μετέπειτα αλλαγή της βούλησής της δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μη συναίνεση», το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ανατριχιαστικό. Ότι από τη στιγμή που μια γυναίκα είπε -ή θεωρείται πως είπε- ένα πρώτο «ναι», χάνει το δικαίωμα να το πάρει πίσω. Ότι η βούλησή της παγώνει στον χρόνο. Ότι το σώμα της παύει να της ανήκει τη στιγμή που κάποιος αποφασίσει πως συναίνεσε.
Κι όμως, αυτό ακριβώς είναι η συναίνεση: η δυνατότητα να αλλάξεις γνώμη.
Μπορεί να φοβήθηκες. Μπορεί να κατάλαβες ότι δεν θέλεις. Μπορεί να πόνεσες. Μπορεί να ένιωσες ότι κινδυνεύεις. Μπορεί απλώς να μη θέλεις άλλο. Χίλια μπορεί. Δεν χρειάζεται αιτιολογία. Δεν χρειάζεται να αποδείξεις ότι ο λόγος ήταν αρκετά σοβαρός για να δικαιολογεί το «όχι». Το «όχι» δεν είναι διαπραγματεύσιμο.
Και γι’ αυτό τέτοιες τοποθετήσεις είναι τόσο επικίνδυνες. Επειδή δεν αφορούν μόνο αυτή τη δίκη. Αφορούν κάθε γυναίκα που θα αναρωτηθεί αν αξίζει να καταγγείλει έναν βιασμό. Αφορούν κάθε επιζώσα που θα φοβηθεί ότι θα βρεθεί αντιμέτωπη με το ερώτημα «μα αφού στην αρχή ήθελες;». Αφορούν μια κοινωνία που εδώ και δεκαετίες δυσκολεύεται να καταλάβει ότι ο βιασμός δεν ορίζεται από το αν υπήρξε κάποτε ένα «ναι», αλλά από το αν υπάρχει συναίνεση εκείνη ακριβώς τη στιγμή.
Έχουμε μιλήσει για το «μόνο το ναι σημαίνει ναι». Έχουμε δει καμπάνιες, εκπαιδεύσεις, νομοθετικές αλλαγές, αμέτρητες δημόσιες συζητήσεις για το τι σημαίνει συναίνεση. Και μετά έρχεται μια τέτοια φράση από έναν άνθρωπο που εκπροσωπεί τη Δικαιοσύνη και μοιάζει σαν να γυρίζουμε πάλι στο μηδέν.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Γιατί αν η αλλαγή της βούλησης δεν αναγνωρίζεται ως ανάκληση της συναίνεσης, τότε τι ακριβώς αναγνωρίζεται; Πότε επιτρέπεται σε μια γυναίκα να πει «σταμάτα»; Και, κυρίως, ποιος αποφασίζει ότι το «όχι» της δεν μετράει αρκετά;
Ένας (άντρας) εισαγγελέας αμφισβήτησε ακόμα και το πιο βασικό: ότι κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να αποσύρει τη συναίνεσή του οποιαδήποτε στιγμή. Δεν είναι μόνο ότι έχει πρόβλημα στην κατανόηση της έννοιας του βιασμού, λοιπόν. Αυτό που τον ζορίζει, είναι το να αποδεχθεί την ίδια την αυτοδιάθεση των γυναικών. Όχι;
