Δεν ήξερε κανείς από πού ερχόταν. Ίσως από κάποια ζούγκλα, ίσως από κάποιο δάσος λουσμένο με φως και φυσικούς ήχους, εκεί όπου η ζωή κυλά ανέγγιχτη κι όχι όπως τη μεταμόρφωσε η ανθρώπινη αλαζονεία. Το μόνο βέβαιο ήταν ότι κάποια στιγμή, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο Ρον βρέθηκε στα χέρια ανθρώπων δίχως ίχνος συμπόνιαw. Το 1973 καταγράφεται η χρονιά της γέννησής του, όχι σαν ευλογία, αλλά σαν αρχή ενός βασανιστηρίου που θα κρατούσε σχεδόν τέσσερις δεκαετίες. Ο Ρον ήταν χιμπατζής, ο πιο κοντινός συγγενής του ανθρώπου, με DNA σχεδόν ταυτόσημο, συναισθήματα, φόβους, ανάγκη για συντροφιά και ασφάλεια. Κι όμως, αυτά δεν είχαν καμία σημασία για τους πρώτους «φύλακές» του: τους στρατιωτικούς και τους επιστήμονες μιας αεροπορικής βάσης στο Νέο Μεξικό. Εκεί, μέσα σε ψυχρά εργαστήρια και αποστειρωμένα χειρουργεία, ο Ρον μετατράπηκε από έμβιο ον σε αριθμό φακέλου. Τον νάρκωσαν με κεταμίνη τουλάχιστον 105 φορές στα πρώτα εννέα χρόνια. Τον άνοιξαν, τον τρύπησαν, του πήραν αίμα, τον μέτρησαν, τον σημείωσαν. Και τον ξαναέκλεισαν στο ίδιο μεταλλικό κλουβί που κρεμόταν από το ταβάνι, χωρίς έδαφος να πατήσει, χωρίς άγγιγμα, χωρίς φως ή ουρανό. Ήταν φυλακισμένος στο κενό, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ένας γιατρός κάποτε έγραψε ότι χρειά- ζονταν μεγαλύτερο κλουβί, επειδή το σώμα του μεγάλωνε: η ανάγκη αγνοήθηκε και το σώμα συνέχισε να μεγαλώνει στην ακινησία.
Όταν τον ξεφορτώθηκε το κράτος, τον αγόρασε ένα ιδιωτικό ερευνητικό κέντρο. Ήταν τότε που ο χρόνος άρχισε να κυλά πιο γρήγορα ή πιο αργά; Ποιος ξέρει πώς μετρά ο πόνος τις μέρες; Σε μόλις πέντε εβδομάδες καταγράφηκαν 16 νέες αναισθησίες, ώσπου η καρδιά του άρχισε να κουράζεται. Όχι από την ηλικία αλλά από την καταπόνηση, από τη συνεχή υποβολή σε πειράματα.
Και ήρθε το 1998. Ακόμη μια μεταφορά, ακόμα ένα εργαστήριο. Εκεί δοκίμασαν επάνω του κάτι που ονόμασαν «μελέτη της δυναμικής της σπονδυλικής στήλης». Ένας αυχενικός δίσκος αφαιρέθηκε χωρίς λόγο – υγιής ήταν – καi αντικαταστάθηκε από έναν τεχνητό. Χωρίς παυσίπονα, χωρίς ανακούφιση, χωρίς έστω μια κίνηση φροντίδας. Έμεινε έτσι έξι μήνες, και ύστερα τον άνοιξαν ξανά για να αφαιρέσουν και τον τεχνητό δίσκο. Το σώμα του υπήρξε μόνο εργαλείο, πεδίο δοκιμών, μια ζωντανή πληγή.
Τα επόμενα χρόνια τα πέρασε ξεχασμένος στα υπόγεια. Δεν τον χρησιμοποιούσαν πια –είχε φθαρεί, ήταν άχρηστος. Δεν έφερνε πια αποτελέσματα, μόνο κόστος. Έψαχναν πώς να τον ξεφορτωθούν. Κι εκεί, στο χείλος της τελικής εγκατάλειψης, ήρθε μια αχτίδα. Η Κάρολ Νουν, ιδρύτρια της οργάνωσης Save the Chimps, τον αγόρασε. Όχι για να τον χρησιμοποιήσει, αλλά για να τον ελευθερώσει. Στο καταφύγιο της Φλόριντα, ο Ρον αντίκρισε για πρώτη φορά κάτι που έμοιαζε με ελευθερία. Απολάμβανε χώρο, συντρόφους, φροντίδες. Του έδωσαν μια κουβέρτα. Tην πήρε και την έστρωσε με προσοχή, την τύλιξε σαν φωλιά και χώθηκε στο κέντρο της, όπως του το υποδείκνυε κάποιο αρχέγονο ένστικτο, ότι ο κύκλος προσφέρει ασφάλεια. Κι εκεί, στον μαλακό πυρήνα της κουβέρτας, έμεινε.

Και κάπως έτσι έφυγε, στις 10 Οκτωβρίου του 2011. Ήσυχος. Ίσως, για πρώτη φορά στη ζωή του, γαλήνιος. Όσοι τον γνώρισαν στο καταφύγιο δεν τον ξέχασαν ποτέ. Ο Ρον δεν ήταν απλώς ένας από τους εκατοντάδες χιμπατζήδες εκεί. Ήταν η ζωντανή απόδειξη της βαρβαρότητας και ταυτόχρονα της δυνατότητας σωτηρίας. Ένα πλάσμα που υπέμενε άλαλο τη βαρβαρότητα, που ήξερε να ευγνωμονεί χωρίς λόγια. Πόσοι όμως Ρον υπήρξαν ή υπάρχουν ακόμα; Πόσα πλάσματα με χέρια που μοιάζουν με τα δικά μας, με βλέμμα που θυμίζει το δικό μας βασανίζονται καθημερινά σε καλά φυλαγμένα εργαστήρια; Κανείς δεν ξέρει ακριβώς. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το παράνομο εμπόριο χιμπατζήδων καλά κρατεί. Τα ζώα πωλούνται σαν αντικείμενα: πρώτα στους ερευνητές, ύστερα αν αντέξουν στους ζωολογικούς κήπους. Εκεί, με χαμόγελα παιδιών γύρω τους, κλείνουν τον κύκλο της ζωής τους αιχμάλωτα, σαν θέαμα.
Δεν έχουν φωνή για να πουν την ιστορία τους. Δεν μπορούν να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους παρόλο που έχουν ψυχή και ιστορία. Το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι να την αφηγηθούμε, να τη μοιραστούμε, να τη φωνάξουμε. Να σταθούμε, επιτέλους, δίπλα τους και όχι απέναντί τους. Να γίνουμε εμείς η φωνή τους. Όχι από ενοχή αλλά από δικαιοσύνη. Γιατί η συγγένειά μας με αυτά τα πλάσματα δεν είναι απλώς θέμα DNA. Είναι καθρέφτης της ανθρωπιάς μας ή της απουσίας της.
Ο Σιωπηλός Ρον, περιέχεται στο βιβλίο Ιστορίες χωρίς φωνή
