Τρία χρόνια κλείνουν σήμερα από το ναυάγιο της Πύλου που αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προσφυγικές τραγωδίες στην ιστορία. Πάνω από 700 άνθρωποι νεκροί, εκ των οποίων οι 600 βρίσκονται ακόμα στον πάτο της θάλασσας. Γυναίκες και παιδιά παραμένουν κλειδωμένα σε ένα αμπάρι που βούλιαξε στον βυθό. Οι συγγενείς τους δεν βρήκαν σώματα να θάψουν, πολλοί ίσως να μην έμαθαν καν ότι αυτό το σαπιοκάραβο μετέφερε τους δικούς τους, αφού η ανέλκυση του σκάφους και η ανάσυρση των σορών δεν έγινε ποτέ.
Παρά το μέγεθος της τραγωδίας, η Πύλος τρία χρόνια μετά παραμένει ένα ατιμώρητο έγκλημα. Μία επιχείρηση διάσωσης που δεν ξεκίνησε για ώρες, μία βίαιη ρυμούλκηση που κατήγγειλαν οι επιζώντες και που επιβεβαιώνεται από ηχογραφήσεις και φωτογραφίες, παραλείψεις στην έρευνα και κινητά επιβαινόντων φυλαγμένα σε πλαστικά σακουλάκια. Και παρόλο που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακουργήματα σε 21 στελέχη του ελληνικού Λιμενικού, η δίκη δεν έχει ξεκινήσει.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ένα ακόμα έγκλημα με οσμή συγκάλυψης, αφού αρχικά η ποινική δίωξη αφορούσε 17 άτομα και η υπόθεση είχε μπει στο αρχείο σε ό,τι αφορούσε τέσσερις ανώτερους και ανώτατους αξιωματικούς. Χρειάστηκε προσφυγή των δικηγόρων, που οδήγησε στην απόφαση της εισαγγελέως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου για ποινική δίωξη και των τεσσάρων αξιωματικών του Λιμενικού.
Η Πύλος όμως είναι κάτι παραπάνω από ένα έγκλημα που πρέπει να τιμωρηθεί. Γιατί ενσαρκώνει μία μεγαλύτερη μάχη: μία μάχη για την αξία της ανθρώπινης ζωής και την ποιότητα της δημοκρατίας. Απέναντι σε όσους θεωρούν ότι υπάρχουν ζωές ανάξιες ζωής, σε όσους φωνάζουν μέσα και έξω από τη Βουλή πως πρέπει να βουλιάζουμε βάρκες, σε όσους βλέπουν εισβολείς αντί για κατατρεγμένους, πρέπει να υπάρξει ηχηρή απάντηση όχι μόνο από την κοινωνία αλλά και από την ίδια την Δικαιοσύνη.
Η παραδειγματική τιμωρία των ενόχων και η διαφύλαξη της μνήμης, είναι το χρέος μας απέναντι στους εκατοντάδες νεκρούς της Πύλου, στους εαυτούς μας και στις επόμενες γενιές.
