Γράφει η Ισμήνη Κατσάβαρου
Η ταινία «The Return» ξαναλέει την ιστορία της Οδύσσειας και επανεγγράφει τις συλλογικές μας μνήμες. Η ταινία φαντάζει να είναι γραμμένη από το στόμα μιας millennial γενιάς που αναρωτιέται για πολλά. Αρνείται να ανοίξει το στόμα της για να επιδοκιμάσει άκριτα μια μυθολογία, με την οποία εσκεμμένα γαλουγήθηκαν οι μαθητές-σφουγγάρια αυτού του τόπου στα χέρια του πολιτικού συστήματος.
Δεν είναι καθόλου τυχαίος ο τίτλος που επιλέχθηκε, καθώς ο Οδυσσέας γυρνά στην Ιθάκη κουβαλώντας το λεγόμενο PTSD (μετατραυματικό στρες). Με αφορμή λοιπόν,την «Επιστροφή» των Φάινς και Μπινός αποτελεί το τέλειο πάτημα για να μιλήσουμε για μια ταινία που αλλάζει ριζικά το κάδρο της τοξικής αρρενωπότητας.
Αποφεύγει τεχνηέντως τα χουλιγουντιανά εφέ, τους θεούς και τα τέρατα, δείχνοντας μια ωμή και raw εκδοχή του πολέμου, η οποία αναγκάζει τον θεατή να ξεγυμνώσει την ήδη εσωτερικευμένη μυθολογική του μνήμη. Στο μυαλό των περισσότερων, η Οδύσσεια έχει καταγραφεί ως μια διασκεδαστική περιπέτεια με εμπόδια που φαντάζουν επιλύσιμα μέσω μιας «συνεργατικής εξυπνάδας».
Μήπως, όμως, ήταν απλά το τέλειο σκηνικό για έναν αποδιοπομπαίο τράγο;
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ο Οδυσσέας (Ρέιφ Φάινς) δεν είναι μόνο ρηξικέλευθος και πολυμήχανος -όπως μας μάθαιναν στο 4ωρο του Δ2 της Τετάρτης Δημοτικού. Είναι ένας τραυματισμένος άνθρωπος, γεμάτος ενοχές, που έχει γίνει βίαιος από τον άκριτο πόνο ο οποίος εκκολάφθηκε μέσα του πριν καν ενηλικιωθεί.
Bottom line: Το happy end αποτελεί ένα καπιταλιστικό προϊόν, έτσι ώστε ο πόλεμος και οι κακουχίες να παρουσιάζονται ως απαραίτητα προαπαιτούμενα για την ευτυχία του ανθρώπου.
Μάντεψε γιατί. Παράλληλα, η Πηνελόπη -ή αλλιώς η Ζουλιέτ Μπινός- θα τολμούσαμε να πούμε ότι ξεφεύγει από την κλασική στάση μιας παθητικής και εγκλωβισμένης γυναίκας, ή τουλάχιστον ότι δεν περιορίζεται μόνο σε αυτά. Η ερμηνεία της έχει μια Ιλιαδική χροιά, ακόμα κι αν μιλάμε για ανταγωνιστικά έπη.
Δείχνει μια γυναίκα με τρομερή εσωτερική δύναμη, πονηριά και ατσάλινο βλέμμα, με μια αντίσταση που οπλίζει την αξιοπρέπειά της μέσα σε ένα ομηρικό σύμπαν που μοιάζει να την έχει ξεχάσει στο περιθώριο των σελίδων του.
Bottom line: Η Πηνελόπη δεν ήταν απλά μια γυναίκα που έκλαιγε και περίμενε πότε θα χτυπήσει την πόρτα ο Οδυσσέας.
Η ύπαρξή της αποτελεί μια εσωτερική μάχη ελέγχου και επιβίωσης. Μια γυναίκα που, αν και αντιμετωπίζεται ως το «βραβείο» του νικητή, μετατρέπει την ύφανση του ιστού σε μια παροδική γραμμή άμυνας, περιμένοντας μια έναρξη και μια λήξη που δεν έχουν επέλθει ακόμα.
Η ωμή πραγματικότητα της πατριαρχίας δεν τελειώνει όμως εδώ. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι κριτικές μιλούν για μια «στοιχειακή βία» (elemental violence), με την ταινία να προσομοιάζει με αρχαία τραγωδία.
Στη ραψωδία χ της Οδύσσειας, μετά τη μνηστηροφονία, ο Οδυσσέας διατάζει τον Τηλέμαχο να μαζέψει τις 12 σκλάβες του παλατιού και να τις κρεμάσει με ένα καραβόσχοινο. Με την κατηγορία ότι «πήγαν» με τους μνηστήρες -ενώ στην πραγματικότητα εξαναγκάστηκαν σε σεξουαλική σκλαβιά από τους εισβολείς, αφού δεν είχαν καμία δύναμη να αρνηθούν- τις αφήνουν να πεθάνουν σαν πουλιά σε ξόβεργα, σε ένα αργό, επώδυνο και εξευτελιστικό μαρτύριο.
Αυτό ακριβώς είναι που ένα ολόκληρο σχολικό σύστημα κρύβει επιμελώς κάτω από το χαλί: αντί για ένα «ηρωικό καθάρισμα», στην πραγματικότητα έχουμε μια αμείλικτη πατριαρχική εκδίκηση.
Η ταινία δεν ωραιοποιεί καθόλου τη σφαγή, αντίθετα, αναδεικνύει την ανάγκη ενός ανθρώπου, τυφλωμένου από το PTSD, να επιβάλει ξανά την κυριαρχία του πάνω στη γυναίκα του, στα κτήματα και στα σώματα των σκλάβων (γυναίκες κι αυτές, έτσι;).
Η επιστροφή του Οδυσσέα είναι τελικά ένα τραγικό «return» σε αντιλήψεις από τις οποίες ακόμη και η σημερινή εποχή απέχει αρκετά χιλιόμετρα, αν θέλουμε να μιλάμε για την αληθινή σημασία της δικαίωσης.
Θα είχε ενδιαφέρον, αν ο Οδυσσέας δεν γύριζε ποτέ στην Ιθάκη. Ίσως τότε, ο πρώιμος φεμινισμός της Πηνελόπης να είχε οδηγήσει στην τελειωτική ύφανση του δικού της ιστού.
Bottom line: Fingers crossed.
