Μία ακόμα μέρα, άλλη μία λιγότερη.
Να δούμε τι γνωρίζουμε ως τώρα για τη γυναικοκτονία στη Δράμα: Αστυνομικός σκότωσε με μαχαίρι την (επίσης αστυνομικό) σύζυγό του. Στη συνέχεια, πήγε στο αυτοκίνητό του και αυτοκτόνησε με το υπηρεσιακό του όπλο. O γιος τους άκουσε τον καβγά -εκείνος είναι που βρήκε τη μητέρα του μέσα στα αίματα, και κάλεσε για βοήθεια.
Τι άλλο ξέρουμε: Η γυναίκα τον είχε καταγγείλει επίσημα στον προϊστάμενό της, για ενδοοικογενειακή βία. Είχε ζητήσει να εξεταστεί από αρμόδιο ψυχίατρο της ΕΛΑΣ. Κι ο γυναικοκτόνος πέρασε τη διαδικασίκα, και ο ψυχίατρος έκρινε πως δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο ή απειλή για τη σωματική ακεραιότητα της συζύγου του. Γι’αυτό και δεν του αφαίρεσαν το υπηρεσιακό όπλο.
Ξέρουμε και την κατάληξη.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Από την αρχή της χρονιάς, μας λείπουν 8 -οι δύο σε λιγότερο από δεκαπέντε μέρες. Και για τις δύο, ο κόσμος γνώριζε. Και η αστυνομία γνώριζε κι έκανε πως δεν ήξερε. Από τη μία η αστυνομικός τον είχε καταγγείλει επίσημα και κανείς δεν βρήκε πρόβλημα. Από την άλλη, οι φίλοι της Βασιλικής είχαν επικοινωνήσει με τις Αρχές για τον γυναικοκτόνο της και τους είπαν να μην ασχοληθούν για να μην μπλέξουν.
Κάθε φορά ακούμε το ίδιο μήνυμα: «να μιλάτε», «να καταγγέλλετε», «να ζητάτε βοήθεια», «να απευθύνεστε στις Αρχές». Και κάθε φορά που μια γυναίκα δολοφονείται ενώ είχε ήδη μιλήσει, ενώ είχε ήδη καταγγείλει, ενώ είχε ήδη ζητήσει προστασία, το μήνυμα αδειάζει από το περιεχόμενό του.
Τι γίνεται όταν μια γυναίκα λέει «φοβάμαι» και το σύστημα απαντά ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας; Ή, όπως στην περίπτωση της Κυριακής Γρίβα, τη λέει υπερβολική;
Τι γίνεται όταν οι καταγγελίες καταλήγουν σε φακέλους, αξιολογήσεις και διαδικασίες που υποτίθεται ότι υπάρχουν για να προλαμβάνουν ακριβώς αυτό που τελικά συνέβη;
Η αστυνομικός στη Δράμα έκανε όσα μας λένε να κάνουμε. Κατήγγειλε. Ζήτησε να εξεταστεί η επικινδυνότητα του συζύγου της. Ενημέρωσε την υπηρεσία της. Δεν σιώπησε.
Και σήμερα είναι νεκρή.
Βγαίνει στην τηλεόραση η Κωνσταντία Δημογλίδου και λέει πως ο γυναικοκτόνος δεν μπορούσε να διαχειριστεί τον χωρισμό. Διαβάζουμε άρθρα που γράφουν ότι «ζήλευε πολύ», ότι ήταν πιεστικός. Μας λένε πάνω-κάτω ότι είχε αδύναμο χαρακτήρα και λύγισε και τη σκότωσε και μετά σκοτώθηκε κι αυτός.
Ο άντρας δεν ήταν αδύναμος. Ούτε η γυναίκα ήταν άτυχη. Αυτός είναι γυναικοκτόνος κι εκείνη την αγνόησε το σύστημα που υποτίθεται ήταν εκεί για να την προστατεύει. Κι εμείς κάπως βαρεθήκαμε. Βαρεθήκαμε να μας λένε ότι μας σκοτώνουν επειδή εμείς δεν μιλήσαμε αρκετά δυνατά. Γιατί ξέρουμε πολύ καλά ότι μιλάμε. Μιλάμε, φωνάζουμε, ουρλιάζουμε, κι εκείνοι κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν.
Εμεις οι (από τύχη) ζωντανές δεν θα πάψουμε να ουρλιάζουμε, ωστόσο, όσο κι αν θα τους βόλευε να παραιτηθούμε από την προσπάθεια. Μέχρι το πρώτο «φοβάμαι» μιας γυναίκας να είναι αρκετό.
