Social media και οι κάτω των 16: Μήπως το «πάρτε τους τα κινητά» δεν είναι μονόδρομος;

Η καθολική απαγόρευση των social media σίγουρα δεν είναι η μοναδική λύση. Όμως, ποια είναι;

Social media UNSPLASH
Προσθέστε το Rosa.gr ως προτιμώμενη πηγή στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.

Προσθήκη του Rosa.gr στην Google

Η συζήτηση για τα social media και τα ανήλικα άτομα, όχι μόνο έχει ανοίξει, αλλά έχει κάνει άλματα μπροστά, έχει γίνει πεδίο παραγωγής και εφαρμογής πολιτικών σε σειρά από χώρες, που έχουν επιβάλει καθολικές απαγορεύσεις στην ηλικιακή ομάδα «κάτω των 16».

Η σχέση των ατόμων με την τεχνολογία, τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, τους κινδύνους του ίντερνετ κλπ, είναι μια συζήτηση σύγχρονη και διαρκής.

Η κουβέντα για τα ανήλικα άτομα, όμως, γίνεται με πιο έντονους όρους. Με όρους ανάληψης δράσης απέναντι σε έναν κίνδυνο που παρουσιάζεται ως ανεξέλεγκτος. Ειδικοί λένε πως τα social media είναι τόσο επιβλαβή για τ@ ανήλικ@ όσο το κάπνισμα, έρευνες συνδέουν τη βία με αυτά, συμπεραίνουν ότι εκθέτουν σε ακατάλληλο περιεχόμενο, ενώ υπάρχουν και δικαστικές διαμάχες με προσφυγές χρηστών για εθισμό, από τις οποίες τεχνολογικοί κολοσσοί βγαίνουν χαμένοι. Πέρα από αυτά, όμως, υπάρχουν και κάποια πράγματα που βασίζονται στην καθημερινή εμπειρία: Διαδικτυακό bullying, deepfakes, διεθνείς σαδιστικές ομάδες -με μέλη και στην Ελλάδα- που ζητούν από ανήλικα να κάνουν κακό στον εαυτό τους, εθισμοί κ.ά..

Οι ανησυχίες δεν μπορούν να απορρίπτονται. Όμως οι όροι της κουβέντας, αλλά και η επιμονή ως προς εφαρμογή πολιτικών απαγόρευσης, μοιάζουν να εξελίσσονται με όρους πανικού, χωρίς να υπάρχει χώρος για άλλες οπτικές -υπαρκτές, έγκυρες, που σίγουρα απελευθερώνουν τη συζήτηση από τους περιορισμούς της. 

Έχει ξαναγίνει

Τον περασμένο αιώνα, αλλά όχι πολύ παλιά.

Στη θέση των social media ήταν η τηλεόραση. Και σε αυτή την περίπτωση, είχαμε πανικό. «Πού βαδίζει η σημερινή νεολαία, καταναλώνουν βία και σπέρνουν βία τα παιδιά, κάνουν ό,τι βλέπουν». Ύστερα, τα video games. «Πολεμούν με αυτά τα διαόλια, γίνονται βίαια τα παιδιά, μαθαίνουν κακές συμπεριφορές».

Αυτές είναι φράσεις που ακούγονταν τότε και δημιουργούσαν ένα μοτίβο, έναν «μιντιακό πανικό»/media panic (βλ. Drotner, 1999), που δεν φαίνεται να έχει καταργηθεί εντελώς, δεκαετίες μετά. Οι καινούργιες τεχνολογίες και τα παιδιά, πάντα ήταν κάτι το οποίο απασχολούσε, προκαλούσε πανικό, ανησυχία, άγχος, φόβο. Το 2026 η τηλεόραση δεν είναι ο δαίμονας που πίστευαν οι κοινωνίες, ούτε τα βιντεοπαιχνίδια έχουν φτιάξει στρατιές παραβατικών και πολεμόχαρων νεαρών ενηλίκων. 

Αν και πράγματι, το ίντερνετ μπορεί να γίνει ένα πολύ επικίνδυνο και κακοποιητικό μέρος, καθώς είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτο και αχανές, σε συντριπτικό βαθμό η συζήτηση αγνοεί τις θετικές πρακτικές, αλλά και τη φωνή των ίδιων των ατόμων για τα οποία γίνεται ο λόγος: τ@ λεγόμεν@ «κάτω των 16», που δεν είναι άβουλα όντα και παθητικοί δέκτες, αδύναμοι να φιλτράρουν το περιεχόμενο που καταναλώνουν (βλ. Tsaliki, 2016; Tsaliki & Chronaki, 2020; Chronaki et. al., 2025; Marwick, 2008)

Θέλοντας, λοιπόν, να σπάσουμε λίγο τον φακό μέσα από τον οποίο η συζήτηση εξελίσσεται, ζητήσαμε την οπτική εκείνη που λαμβάνει υπ’ όψιν διάφορες παραμέτρους που συχνά μοιάζουν να αγνοούνται. Έτσι απευθυνθήκαμε στην Δρ. Δέσποινα Χρονάκη, επιστημονική συνεργάτιδα του Τμήματος ΕΜΜΕ του ΕΚΠΑ, το ακαδημαϊκό και ερευνητικό έργο της οποίας εστιάζει, μεταξύ άλλων, και σε ζητήματα όπως αυτό.

Η κουβέντα εστιάζει λάθος;

Όπως μας εξηγεί η Δέσποινα Χρονάκη, «οι νέοι άνθρωποι και κυρίως τα παιδιά 8-16 και τα πολύ νεαρά παιδιά 0-8 θεωρούνται διαχρονικά ομάδες “σε κίνδυνο” ειδικά σε σχέση με τα ψηφιακά Μέσα που δύσκολα ρυθμίζονται σε επίπεδο εθνικό, διακρατικό ή διεθνές».

Ωστόσο, το «πρόβλημα» είναι πως η συζήτηση «παραμένει σχεδόν πάντα προσανατολισμένη στο ότι η τεχνολογία είναι εκ προοιμίου προβληματική και τα παιδιά εκ προοιμίου μη ικανά να διαχειριστούν τα προβληματικά στοιχεία των τεχνολογιών». Η συζήτηση που προηγήθηκε των απαγορεύσεων, λέει η επιστήμονας, «εστίασε στην αναπαραγωγή δημοφιλών επιχειρημάτων π.χ. περί εθισμού και επιδράσεων στην ανάπτυξη των παιδιών, τη συμπεριφορά και τις αντιλήψεις τους, χωρίς όμως να αναγνωρίζεται ο ρόλος και η σημασία αυτών των κουλτούρων επικοινωνίας, μάθησης, δημιουργίας και έκφρασης για τα παιδιά και τα νεαρά άτομα ευρύτερα».

«Οριοθετήθηκε η απαγόρευση των Μέσων ως “λύσης” σε ένα “πρόβλημα” που -ως συνήθως στο δημόσιο διάλογο και στη χάραξη πολιτικών δεν αποδίδει το εύρος της πραγματικής συζήτησης, δεν λαμβάνει υπόψη ούτε τις κουλτούρες έκφρασης των παιδιών μέσων social media, ούτε και το πώς τα ίδια μιλούν για αυτά, ακόμα και αν αυτό γίνεται μέσα από εμπειρίες λιγότερο ή καθόλου θετικές. Γι’ αυτό και συνήθως τα ίδια τα παιδιά αγνοούν ή απορρίπτουν το δημόσιο διάλογο των ενηλίκων (άρα και των ΜΜΕ) για τη σχέση των ίδιων με τα social media)», παρατηρεί.

Ναι, αλλά πράγματι, δεν είναι όλα ρόδινα με τα social media και τ@ ανήλικ@

Θέσαμε στην κ. Χρονάκη το χοτ ερώτημα: Ότι υπάρχουν έρευνες που συνδέουν τη βία ανηλίκων με τη χρήση social media, που μιλούν για αύξηση εθισμού, αλλά και αισθημάτων απομόνωσης, ελλιπούς κοινωνικοποίησης κ.ά. Η ίδια, ωστόσο, εξηγεί:

«Το ερώτημα καθαυτό εκτρέπει από βαθύτερες πτυχές της σχέσης των παιδιών με τα social media- άρα δεν είναι το ερώτημα που θα έπρεπε να θέσουμε: Καταρχάς για ποια παιδιά μιλάμε; Δεν χρησιμοποιούν, ούτε μιλούν όλα τα παιδιά με τους ίδιους τρόπους για τα social media. Αντιθέτως, με βάση τις μελέτες που συνήθως προβάλλονται στη δημοσιότητα (επιδράσεων, εθισμού κλπ), οι κατηγορίες των παιδιών που στερεοτυπικά θεωρείται ότι βλάπτονται από τα social media είναι οι έφηβοι/ες και τα έφηβα άτομα, περισσότερο τα κορίτσια, περισσότερο τα παιδιά προσφυγικής/μεταναστευτικής καταγωγής και τα ΛΟΑΤΚΙ+ παιδιά, καθώς και τα παιδιά και έφηβα άτομα χαμηλού κοινωνικο-οικονομικού προφίλ. Αυτό σημαίνει ότι αντί η επιστημονική έρευνα να εξετάζει πώς διαφορετικών ηλικιών και προφίλ παιδιά μιλούν για τη σχέση τους με τα social media, στο πλαίσιο της καθημερινής τους ζωής, των απολαύσεων και των προκλήσεων της, διαμορφώνουν αφηγήσεις για το παιδί σε κίνδυνο όπου οι πραγματικές -βιωμένες εμπειρίες των παιδιών με τα social media αγνοούνται πλήρως».

Και συμπληρώνει: «Δεύτερον, το να ορίζουμε εξαρχής τη σχέση με τα social media ως “επιζήμια” σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουμε τα δικαιώματα των παιδιών να διακρίνουν με τους δικούς τους όρους τι τα τρομάζει, τι τα διασκεδάζει, τι τα ενοχλεί, τι δεν τους αρέσει και τι τους αρέσει. Αντίστοιχα, το να λέμε ότι κάποια social media είναι επιζήμια ενώ άλλα δεν είναι, σημαίνει ότι εμείς οι ενήλικες προσπαθούμε να επιβάλλουμε ό,τι εμείς καταλαβαίνουμε ως καλό και χρήσιμο (ή όχι) στις κουλτούρες επικοινωνίας και έκφρασης των παιδιών (νεότερων μελών της κοινωνίας) που έτσι κι αλλιώς είναι πολύ πιο μπροστά στις τεχνολογικές εξελίξεις από εμάς τους υπόλοιπους/τις υπόλοιπες».

«Λύση δεν είναι ο καθολικός “κόφτης”»

Ποιος είναι ο τρόπος, λοιπόν, μια πραγματικότητα που γίνεται αντιληπτή ως τόσο υπαρκτή και επιβλαβής που καλεί σε κρατική δράση, να ανατραπεί, αν όχι με  τον καθολικό «κόφτη» της πρόσβασης; Τι άλλο μπορεί να γίνει;

«Σε ποιον βαθμό είναι υπαρκτή αυτή η πραγματικότητα;», διερωτάται αρχικά η Δρ. Χρονάκη και σχολιάζει πως «οι μελέτες αυτές συνήθως ξεκινούν από την πεποίθηση ότι τα social media κάνουν “κακό” στα παιδιά, πεποίθηση που διατρέχει τις υποθέσεις που κάνουν για τα social media και την παιδική ηλικία, τις μεθοδολογίες έρευνας και τα αποτελέσματα τους».

Προσθέτει πως «οι ανησυχίες των γονέων, των ενηλίκων και ευρύτερα των κοινωνιών για τα παιδιά, που θεωρούνται “το μέλλον μιας κοινωνίας” δεν είναι κάτι νέο, και συνοδεύει κάθε νέο τεχνολογικό Μέσο που μπαίνει στο επικοινωνιακό μας οικοσύστημα. Αντίστοιχες ανησυχίες έχουμε ιστορικά, για τις ιστορίες/κόμικς και τα δημοφιλή αναγνώσματα τρόμου και μυστηρίου του 19ου αι., το τηλέφωνο στις αρχές και την τηλεόραση στα μέσα του 20ου αι., το Walkman λίγο μετά, τους προσωπικούς υπολογιστές τη δεκαετία του ’90, το Ίντερνετ στα τέλη του αιώνα, τα social media από την πρώτη δεκαετία του 21ου αι και για το ΑΙ από τη δεύτερη δεκαετία περίπου και εξής».

Ξεκάθαρα, λοιπόν, η ειδικός επισημαίνει πως «η λύση δεν είναι ο καθολικός “κόφτης”, ούτε και οι πολιτικές και οι καμπάνιες νουθεσίας των γονέων προκειμένου να ρυθμίσουν και να περιορίσουν (ή να απαγορεύσουν) τις πρακτικές των παιδιών με τα social media».

Και τότε, τι είναι;

Σύμφωνα με τη Δ. Χρονάκη, λύσεις αποτελούν:

  1. «Η έμπρακτη αναγνώριση της γνώσης και των εμπειριών των παιδιών γύρω από ψηφιακές τεχνολογίες και social media – υπάρχει ανάγκη να μην υποτιμώνται οι κουλτούρες τους αλλά να αναγνωρίζονται ως νεανικές και σημαντικές κουλτούρες χρήσης των social media 
  2. η ανοιχτή συζήτηση των ενηλίκων με τα παιδιά για τα social media, όχι με όρους φόβου, άγχους και κριτικής, αλλά όντας ανοιχτοί οι ενήλικες στο να μάθουν πράγματα για τη σχέση των παιδιών (τους) με τα social medi
  3. η ενσωμάτωση πρωτοκόλλων εκπαίδευσης στα Μέσα στα σχολεία όχι με στόχο να μάθουν τα παιδιά τι ΔΕΝ πρέπει να κάνουν με τα social media, αλλά να αποκτήσουν ένα χώρο όπου θα μπορούν να καταλάβουν και να μιλήσουν και εκείνα για το πώς αντιλαμβάνονται τις δομές των οικοσυστημάτων Μέσων, το ρόλο τους, τις χρήσεις και τις απολαύσεις τους».