Ο Αδωνισμός και ο Πολιτικός Πολιτισμός

Τα τελευταία χρόνια έχει παγιωθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο πολιτικής συμπεριφορά που δεν επενδύει στον διάλογο, αλλά επιχειρεί να εξοντώσει πολιτικά τον αντίπαλο

Άδωνις Γεωργιάδης EUROKINISSI
13.07.2026
Διαβάζεται σε 4'
Προσθέστε το Rosa.gr ως προτιμώμενη πηγή στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.

Προσθήκη του Rosa.gr στην Google

Σε κάποιες περιόδους της πολιτικής ζωής διαχρονικά η αντιπαράθεση αφορά ιδεολογίες, προγράμματα και διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον της χώρας. Υπάρχουν όμως και περίοδοι που η ίδια η ποιότητα του δημόσιου λόγου γίνεται το διακύβευμα.

Σήμερα, δυστυχώς, βρισκόμαστε πιο κοντά στη δεύτερη περίπτωση.


Τα τελευταία χρόνια έχει παγιωθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο πολιτικής συμπεριφοράς. Ένα πρότυπο που δεν επενδύει στον διάλογο, αλλά στη σύγκρουση, καθώς δεν αναζητά επιχειρήματα αλλά χαρακτηρισμούς, δεν επιχειρεί να πείσει αλλά να εξοντώσει πολιτικά τον αντίπαλο.

Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη περιγράφει αυτή τη λογική με έναν όρο: «Αδωνισμός», όχι ως προσωπικό χαρακτηρισμό ενός πολιτικού προσώπου, αλλά ως περιγραφή μιας πολιτικής κουλτούρας που βασίζεται στην τοξικότητα, στη συκοφαντία, στην επικοινωνιακή υπερβολή και στον αμοραλισμό.


Το κρίσιμο δεν είναι ποιος την εκφράζει, αλλά ότι αυτή η λογική δεν αποτελεί εξαίρεση.


Αποτελεί συνειδητή πολιτική επιλογή μιας κυβέρνησης που εδώ και χρόνια επενδύει στην πόλωση ως εργαλείο πολιτικής επιβίωσης. Όταν η δημόσια συζήτηση μετατρέπεται σε διαρκή τηλεοπτικό καβγά, όταν ο αντίπαλος παρουσιάζεται ως εχθρός και όχι ως δημοκρατικός συνομιλητής, όταν η προσβολή αντικαθιστά το επιχείρημα, τότε η πολιτική παύει να παράγει λύσεις και παράγει μόνο θόρυβο. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αισθητικό, αλλά βαθιά δημοκρατικό.


Το περιβάλλον τοξικότητας που περιγράφεται απομακρύνει τους πολίτες κι ιδιαίτερα τους νέους ανθρώπους που παρακολουθούν έναν δημόσιο διάλογο χωρίς σεβασμό, χωρίς ουσία και χωρίς προοπτική. Πόσοι νέοι βλέπουν σήμερα τις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις και αισθάνονται ότι η πολιτική αφορά τη ζωή τους; Πόσοι εμπνέονται να συμμετάσχουν όταν το κυρίαρχο μήνυμα είναι ότι η πολιτική είναι ένας ατελείωτος κύκλος προσωπικών επιθέσεων; Έτσι ενισχύεται η αποχή. Είναι αυτός ο στόχος που τελικά επιδιώκουμε ως πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα;


Η αποχή αποτελεί ένδειξη απογοήτευσης, ματαίωσης και παραίτησης. Είναι η επιλογή ανθρώπων που έπαψαν να πιστεύουν ότι η πολιτική μπορεί να υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον και κάθε φορά που ένας νέος άνθρωπος αποφασίζει να μείνει μακριά από την κάλπη, η Δημοκρατία γίνεται φτωχότερη.


Σε μια εποχή που συχνά περιγράφεται ως εποχή της μεταπολιτικής, με την εικόνα να υπερισχύει του περιεχομένου και το σύνθημα του επιχειρήματος, αυτή η πρακτική λειτουργεί σαν επιταχυντής του κυνισμού. Καλλιεργεί την αντίληψη ότι «όλοι ίδιοι είναι», ότι δεν υπάρχουν αξίες, ότι όλα επιτρέπονται αρκεί να υπηρετούν τον επικοινωνιακό στόχο της στιγμής.

Όταν οι δημοκρατικές δυνάμεις εγκαταλείπουν τον πολιτικό πολιτισμό, δημιουργούν χώρο για όσους επενδύουν στον φόβο, στην οργή και στην απαξίωση των θεσμών. Η ευρωπαϊκή εμπειρία αποτελεί ένα μάθημα. Σε πολλές χώρες η συνεχής υποβάθμιση του δημόσιου άνοιξε τον δρόμο στην ενίσχυση της ακροδεξιάς και του ακραίου λαϊκισμού. Όταν οι πολίτες χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην πολιτική, αναζητούν εύκολες απαντήσεις, απλοϊκές εξηγήσεις και πρόσωπα που υπόσχονται ότι θα «γκρεμίσουν το σύστημα», γι’ αυτό ο πολιτικός πολιτισμός είναι προϋπόθεση της ίδιας της δημοκρατικής σταθερότητας.

Νιώθω βαθιά πως βρισκόμαστε εδώ για να αποδείξουμε ότι μπορεί να υπάρξει ένας διαφορετικός τρόπος άσκησης πολιτικής που δεν συγχέει τη μαχητικότητα με την προσβολή, που δεν φοβάται τη σκληρή κριτική, αλλά απορρίπτει τη συκοφαντία, που κατανοεί ότι η αξιοπιστία κατακτάται με συνέπεια και όχι με τηλεοπτικές εντυπώσεις.


Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη επιχειρεί να εκφράσει ακριβώς αυτή την ανάγκη για αλλαγή πολιτικής κουλτούρας. Από το «Unmute Now» μέχρι το «b», το μήνυμα είναι σαφές: περισσότερος διάλογος, περισσότερη συμμετοχή με στόχο της καλλιέργεια της εμπιστοσύνης. Η πολιτική οφείλει να επιστρέψει στην κοινωνία, να ακούσει, να συνθέσει και να προτείνει.


Η μεγαλύτερη νίκη της ηλεκτρισμένης περιρρέουσας ατμόσφαιρας είναι ότι πείθει έναν νέο άνθρωπο πως η πολιτική δεν αξίζει τον χρόνο και την εμπιστοσύνη του. Αυτό δεν μπορούμε να το επιτρέψουμε. Ο δημόσιος διάλογος μπορεί να ξαναγίνει χώρος ιδεών, ευθύνης και δημιουργίας κι αυτός είναι ο μόνος δρόμος να ξαναπιστέψουν οι πολίτες και ιδιαίτερα οι νέοι ότι η πολιτική μπορεί πραγματικά να αλλάξει τη ζωή τους.